Βόρειοι και Νότιοι, και άλλα σίριαλ 

Δε μας έφταναν η φτώχεια και οι εξωτερικές απειλές, τώρα τρωγόμαστε και για το ποδόσφαιρο
Βόρειοι και Νότιοι, και άλλα σίριαλ 

Μεγάλη επιτυχία εκείνη η δραματική σειρά του 1985, με τον τότε «πολύ» Πάτρικ Σουέιζι και ένα γενικά καλό καστ. Θέμα της τί άλλο, η διάσημη αμερικανική εμφύλια σύγκρουση του 1861, η οποία καθόρισε και την μορφή των ΗΠΑ μέχρι σήμερα. Κι αυτό συνέβη όχι επειδή συγκρούστηκαν απλώς δύο γεωγραφικές περιοχές, μα κυρίως δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες, ο Βορράς της βιομηχανίας και την έντονης κεφαλαιακής μόχλευσης με τον Νότο των χαμηλών ρυθμών και του μέτρια παραγωγικού πρωτογενή τομέα. Το αποτέλεσμα του πολέμου δεν ήταν μόνο η απελευθέρωση των Αφροαμερικανών σκλάβων (η πλήρης πολιτική χειραφέτησή τους ήρθε μετά το 1960) αλλά και η ανάδειξη μιας ανίκητης επιχειρηματικής νοοτροπίας, τέκνα της οποίας είναι οι Ροκφέλερ, Φορντ, Κάρνεγκι, Τζομπς, Γκέιτς και Μπέζος.

 

Τώρα πού κολλάνε αυτά με τα δικά μας; Εντελώς πουθενά, αν εξαιρέσει κανείς το γνωστό χιλιοπαιγμένο σίριαλ περί αντιθέσεων βόρειας και νότιας Ελλάδας (που πονηρά έσπευσε χτες να υιοθετήσει ο πάντα διχαστικός Τζανακόπουλος, μάλλον τρέμοντας τί μέλλει γενέσθαι σε περίπτωση τιμωρίας του ΠΑΟΚ). Έκτος από -μάλλον μικρές- χιλιομετρικές αποστάσεις και από διαβαθμίσεις κοινωνικού συντηρητισμού, οι διαφορές των Ελλήνων είναι μάλλον ασήμαντες, βορείων και νοτίων, ανατολικών και δυτικών, πρωτευουσιάνων και επαρχιωτών. Σε γενικές γραμμές παντού συναντούμε τις ίδιες πεποιθήσεις, τις ίδιες συνήθειες, και φυσικά την ίδια γλώσσα, καθώς ακόμη και οι διάλεκτοι τείνουν να εκλείψουν, θύματα της γενικής οργανωμένης εκπαίδευσης. Παντού εντοπίζουμε τον παθητικό πολιτιστικό μιμητισμό της πρωτεύουσας. Παντού όλοι οι Έλληνες αντιμετωπίζουμε τις κακοδαιμονίες του Δημοσίου, παντού όλοι μας παιδευόμαστε από μία εξουσία που μοιάζει να μας βλέπει περισσότερο σαν υπηκόους παρά σαν πολίτες. Αυτή όμως η αναντίρρητη πραγματικότητα δεν εμπόδισε κάποιους θερμοκέφαλους βορειοελλαδίτες να μιλήσουν -με αφορμή τα τελευταία επεισόδια στην Τούμπα- για σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, για καζάνι που έσκασε, για υπεροπτικό κράτος των Αθηνών, ακόμη και για ανυπακοή σε περίπτωση στρατιωτικής επιστράτευσης. Είναι όντως τραγελαφικό το ότι τέτοιες γραφικότητες ακούστηκαν ούτε δύο μήνες μετά το επιτυχημένο συλλαλητήριο για την ελληνικότητα της Μακεδονίας, και μάλιστα από πρόσωπα ιδιαίτερα παθιασμένα με τούτο το εθνικό θέμα. 

 

Τέτοιες τοπικιστικές κορώνες δεν προκαλούν εντύπωση• είναι παμπάλαιες, έχουν καλλιεργηθεί από επιπόλαιους λαϊκιστές πολιτικάντηδες, και δεν χαρακτηρίζουν μόνο την Θεσσαλονίκη και την περιοχή της. Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση ήταν ένα καινοφανές μέτωπο λεκτικής αγανάκτησης εκ μέρους πολλών κατοίκων της Αττικής, όπως αυτό εκδηλώθηκε στα σοσιαλ μίντια. Με αφορμή τον Ιβάν Σαββίδη διαβάσαμε -και διαβάζουμε- για διαπλεκόμενους μαφιόζους και για μίζερους γκρινιάρηδες κομπλεξικούς Σαλονικιούς, που τάχα απολαμβάνουν κρατικές αργομισθίες από το… γενναιόδωρο κράτος μας, έχοντας ακόμη και άχρηστα υπουργεία στο έδαφος τους. Διατυπώθηκαν -ακόμη και από σοβαρά άτομα- βαρύτατοι χαρακτηρισμοί, χωρίς να αναζητηθεί το παρασκήνιο πίσω από ένα ελάχιστα σοβαρό οπαδικό θέμα. Με άλλα λόγια, δε φτάνει που μας χρώσταγαν, μας πήραν και το βόδι. 

 

Μα δεν έχει τα θέματα του και το εθνικό κέντρο; Σίγουρα, αλλά αυτό που κυρίως ταλαιπωρεί ειδικά τους Αθηναίους και τους Πειραιώτες είναι η θεσμοθετημένη ατιμωρησία, η κυβερνητικά αποδεκτή καθημερινή περιφρόνηση του νόμου. Εκείνη ευθύνεται για τους βανδαλισμούς, για την γκετοποίηση, για τις καθημερινές ταραχές, για την μικρή και μεγάλη εγκληματικότητα στις γειτονιές, για την παρακμή του τόπου τους. Όμως όλα αυτά (με σχετική εξαίρεση τον πολιτικό ακτιβισμό) ταλαιπωρούν και τους κατοίκους της υπόλοιπης Ελλάδας, οι οποίοι παράλληλα υποχρεούνται να αντιμετωπίσουν την οικονομική απραξία (στοιχειωμένες βιομηχανικές περιοχές, κουφάρια συνεταιριστικών κτιρίων, αναξιοποίητα λιμάνια, καταπατημένες ακρογιαλιές, ακατάλληλα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό), και την προβληματική λειτουργία βασικών υποδομών (ΤΕΙ άσχετα με τις ανάγκες των τοπικών οικονομιών, νοσοκομεία με ελλείψεις στοιχειώδους προσωπικού και εξοπλισμού, αρδευτικά έργα υπό εγκατάλειψη, μολυσμένα νερά, κατεστραμμένα επαρχιακά οδικά δίκτυα). Όλη ανεξαιρέτως η ελληνική περιφέρεια μοιράζεται την ίδια τύχη, με την Νύφη του Θερμαϊκού να ξεχωρίζει ως πιο φωνακλού.

 

Περιττό να πω ότι Ελλάδα δε μπορεί να υπάρξει χωρίς την Αθήνα, εκτός από διοικητικό και οικονομικό της κέντρο είναι και το αδιαμφισβήτητο σημείο αναφοράς του έθνους μας. Ούτε κι η Αθήνα μπορεί να υπάρξει χωρίς την Ελλάδα, κακά τα ψέμματα, καθώς δεν είναι ούτε Λονδίνο, ούτε Νέα Υόρκη. Ωστόσο, σήμερα αντιμετωπίζουμε μια πραγματικότητα: το υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο διαχειρίσης είναι πλέον ατελέσφορο, είναι ζημιογόνο και όχι επωφελές. Οι ιστορικές ανάγκες που το επέβαλαν έχουν προ πολλού εκλείψει, και σήμερα υφίσταται προς όφελος ειδικών συντεχνιακών συμφερόντων και κουτοπόνηρων τοπικιστών πολιτικών. Το κράτος μας θυμίζει πλέον την βυζαντινή και την οθωμανική αυτοκρατορία σε φάση παρακμής, όταν οι παρατημένες επαρχίες αντιμετώπιζαν μυριάδες δυσκολίες, ενώ στην πλούσια Βασιλεύουσα όλα κυλούσαν γαλήνια. 

 

Από την άλλη, η τωρινή αυτοδιοικητική δομή είναι φλύαρη και αντιπαραγωγική, περισσότερο περιπλέκει πάρα απλοποιεί, στρέφοντας τους πολίτες της περιφέρειας εναντίον της πρωτεύουσας (πχ το ΥΜΑΘ αποτελεί μνημείο ματαιότητας). Το υπαρκτό πρόβλημα μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί, μέσω του διαδικτύου, των ιδιωτικοποιήσεων και της νομοθεσίας, με πλήρη εκχώρηση συγκεκριμένων πόρων και με μεταφορά αρμοδιοτήτων από τα χαώδη υπουργεία στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και στους ΟΤΑ. Μια τέτοια αλλαγή στην διοίκηση δε θα προσφέρει μόνο αναπτυξιακά, θα ενισχύσει και την διάθεση πολιτικής συμμετοχής σε αδιάφορα τμήματα του πληθυσμού. Αν για λόγους ανικανότητας ή μικροπολιτικής επιτραπεί στον καρκίνο του τοπικισμού να θεριέψει, η οικονομική κρίση που κλείνει αισίως τα οκτώ χρόνια θα μετεξελιχθεί σε κρίση εθνικής επιβίωσης, προσφέροντας σίγουρα μεγάλη χαρά σε  κάποιους από τους γείτονες μας. Οι απερίσκεπτες μεγαλοστομίες μας μπορεί να μας οδηγήσουν σε άσχημες καταστάσεις.

 

Φωτογραφία του μνημείου της μάχης του Γκέτυσμπεργκ στην Πενσυλβάνια, όπου θεωρείται ότι κρίθηκε ο αμερικανικός εμφύλιος το 1863