Βασικές σταθερές μιας διαχρονικής εθνικής εξωτερικής πολιτικής

Εκτός του Μακεδονικού, η χώρα μας αντιμετωπίζει πολλαπλές εξωγενείς προκλήσεις
Βασικές σταθερές μιας διαχρονικής εθνικής εξωτερικής πολιτικής

Στο λυκαυγές τoυ 2018  ο ελληνισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με τρία ανοιχτά εθνικά θέματα, αλλά και με ένα αφιλόξενο πολυκεντρικό διεθνές περιβάλλον στο οποίο ο θρησκευτικός ζηλωτισμός, η συλλογική παράνοια που ντύθηκε τον μανδύα του εθνικισμού, οι ακραίες ομάδες πολιτικού μηδενισμού, η τρομοκρατία αλλά και οι συγκρούσεις των αντίρροπων γεωπολιτικών μεγεθών οδήγησαν σε μια αλυσίδα βίαιων ενεργειών που ολοένα γίνονται και πιο ωμές, πιο ακραίες, πιο αιματοβαμμένες, με πλέον χαρακτηριστικές την πυρηνική κρίση στην κορεατική χερσόνησο, την πρώτη μετά την λήξη του ψυχρού πολέμου, τις συνεχείς τρομοκρατικές επιθέσεις σε δυτικές μητροπόλεις αλλά και σε χώρες της μέσης ανατολής και της Αφρικής που συναρτώνται με την αναβίωση της Πειρατείας αλλά και τον εμφύλιο στην Συρία, που εκφυλίστηκε σε μία παρατεταμένη πολεμική αναμέτρηση με πρωτόγονα χαρακτηριστικά και πολλές και ετερόκλητες και ρευστές  πολεμικές ομάδες και συμμαχίες που αλλάζουν ανάλογα με την συγκυρία .

Σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον ο ελληνισμός οφείλει να τηρήσει το ελάχιστο όριο ασφαλείας, μια λεπτή κόκκινη γραμμή που θα δώσει τη δυνατότητα σ’ εμάς τους Έλληνες να οριοθετήσουμε τα εθνικά μας δίκαια , ενισχύοντας τη διεθνή θέση της χώρας μας, δίνοντας τη δυνατότητα στην Ελλάδα να λειτουργήσει ως πραγματικά ανεξάρτητο κράτος, ως αυτόνομο γεωπολιτικό μέγεθος, αναπόσπαστο από την πολιτικά ενοποιημένη Ευρωπαϊκή συμπολιτεία του μέλλοντος.
   
Στο πρώτο σήμερα εθνικό μας θέμα, στο Μακεδονικό, η απειλή και η προσβολή που υφίσταται ο ελληνισμός αφορά περισσότερο τον πολιτισμό, την ιστορία, την ταυτότητά του (μακεδονική άρα και ελληνική). Ο εδαφικός αλυτρωτισμός και η μειονοτική υποκίνηση είναι υπαρκτά ζητήματα εχθρικής προπαγάνδας, και μπορούν μελλοντικά  να απειλήσουν το ελληνικό κράτος και την εδαφική ακεραιότητα των βορείων συνόρων μας. Κατά συνέπεια η σταθερή συνιστώσα της εθνικής μας πολιτικής οφείλει να είναι η άρνηση της ύπαρξης μιας εθνότητας που θα αυτοπροσδιορίζεται ως μακεδονική και θα είναι αποκομμένη από τον ελληνισμό. Με απλά λόγια η σταθερή συνιστώσα της εθνικής μας πολιτικής κρίνεται αναγκαίο να είναι η άρνηση της υποκλοπής της ιστορίας και των νομίμων όρων μας, αλλά και μία διεθνής σύμβαση που θα επαναβεβαιώνει τα σημερινά σύνορα με τους βόρειους γείτονες.

Στο δεύτερο σ’αυτή την συγκυρία μεγάλο ανοιχτό εθνικό μας ζήτημα, στο Κυπριακό, τίθεται θέμα προστασίας του ελληνισμού στη Μεγαλόνησο, της ελληνικότητας των εκεί ομοεθνών μας αλλά και επίδειξης αλληλεγγύης προς αυτούς. Τίθεται συνεπώς θέμα προστασίας του εθνικού μας χώρου, καθώς η ελληνοκυπριακή πλειοψηφία αποτελεί αυτόχθονα ιστορικό πληθυσμό με αδιάλειπτη παρουσία που ξεπερνά τα τρεις χιλιάδες χρόνια. Συνεπώς η κόκκινη γραμμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (που ανατρέπει την προσωρινότητα αλλά και την παρανομία της βάναυσης εισβολής και κατοχής) επιβάλλει ενιαίο στην ουσία του κράτος με ισχύουσες τις θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως τη δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης του ελληνισμού στην Κύπρο αλλά και οποιασδήποτε άλλης εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας με ταυτόχρονη απόρριψη κάθε ξένης μορφής κυριαρχίας ή υποτέλειας άμεσης ή συγκαλυμμένης.

Στο ζήτημα του Αιγαίου αναφερόμαστε πλέον στην ίδια την ασφάλεια και κυριαρχία της εθνικής μας επικράτειας αλλά και στην εξασφάλιση της ενότητας του ηπειρωτικού κορμού της χώρας μας με την πλούσια και διάσπαρτη νησιωτική περιοχή του Αιγιακού Αρχιπελάγους. Μέσα από τη διασφάλιση στο νομικό επίπεδο -και κυρίως μέσω της εφαρμογής στην πράξη ποικίλων δικαιωμάτων που πληθωρικά παρέχει το διεθνές δίκαιο στη χώρα μας λόγω του μήκους των ακτών και του μεγάλου αριθμού νησιών, στα θαλάσσια ύδατα, στο βυθό και στο υπέδαφος και στον υπερκείμενό τους εναέριο χώρο και το FIR- είναι αναγκαίο να επιδιωχθεί η εξασφάλιση της περιμέτρου του χερσαίου ελληνικού εθνικού χώρου (ηπειρωτικού και νησιωτικού).

Ταυτόχρονα, σε όλες τις ελληνικές θάλασσες που περιβρέχουν το ελληνικό έδαφος επιβάλλεται να εγκαθιδρυθούν όλες οι νόμιμες ζώνες δικαιωμάτων που θα εδραιώσουν την ελληνική παρουσία και τον έλεγχο στο υδάτινο και εναέριο τμήμα του ελληνικού εθνικού χώρου που οριοθετείται από το τετράπλευρο (Κέρκυρα, Κύθηρα, Κρήτη, Ρόδος – Καστελόριζο, νησιά Ανατολικού Αιγαίου, Έβρος) το οποίο απαιτείται να αναγνωριστεί διεθνώς (και ιδίως από την Τουρκία) ως ζώνη ζωτικών συμφερόντων του ελληνικού κράτους, του ελληνισμού μα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε το διεθνές δίκαιο και η μετριοπαθής, ειρηνική και συνετή στάση της Ελλάδας (ως ναυτιλιακή δύναμη) παρέχουν όλες τις αναγκαίες διασφαλίσεις για τα δικαιώματα κάθε τρίτης δύναμης καθώς μέσω της διεθνούς κοινότητας εξασφαλίζεται η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και υπέρπτηση στο Αιγιακό Αρχιπέλαγος.
   
Στο Αιγαίο λοιπόν η κόκκινη γραμμή που διασφαλίζει τα εθνικά μας δίκαια σημαίνει άρση της απομόνωσης και αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας νησίδων ή βραχονησίδων και πλήρης υπεράσπιση των ελληνικών δικαιωμάτων στο θαλάσσιο χώρο, στο βυθό (υφαλοκρηπίδα) και στον εναέριο χώρο. Και εξυπακούεται πως η σθεναρή μας στάση δεν μπορεί να μην επηρεάσει και το ζήτημα των προσφυγικών ροών, των οποίων η διάσταση της εξωτερικής ασφάλειας συχνά αμελείται.

Αυτούς τους στόχους και αυτά τα όρια χρέος και καθήκον έχει να υπερασπίζεται η ελληνική εθνική εξωτερική και αμυντική πολιτική ανεξαρτήτως κυβερνήσεως, με γνώμονα πάντα το αίσθημα της εθνικής ενότητας, με στόχο την υπεράσπιση των εθνικών δικαίων και με βάση τη λαϊκή στήριξη σε έναν μεγάλο εθνικό αγώνα στον οποίο δεν επιτρέπονται ούτε υπαναχωρήσεις ούτε εναλλακτικές επιλογές και που δεν θα ανασταλεί μέχρι την πλήρη του δικαίωση.

 

Φωτογραφία: Μirage 2000 από το FighterControl.uk