Τρόμος και Ιδεολογία

Μια ψύχραιμη αποτίμηση της Οκτωβριανής Eπανάστασης και κάθε επανάστασης
Τρόμος και Ιδεολογία

Η 100η επέτειος της Ρωσικής Επανάστασης πλησιάζει (σύμφωνα με το Νέο Ημερολόγιο). Το γεγονός αυτό που συγκλόνισε τον περασμένο αιώνα, δίνει πάντα αφορμή για αναστοχασμούς και συμπεράσματα.

Ιδεολογικά ανάγεται στις ιδέες του Κάρλ Μάρξ, που πρέσβευε μια ιδεατή αταξική κοινωνία, όπου  ο καθένας «θα εργάζεται σύμφωνα με τις δυνάμεις του και θ’ αμείβεται σύμφωνα με τις ανάγκες του»,  όπως θα την δημιουργούσε η δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία θα εγκαθιδρυόταν μετά από επανάσταση. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: το προλεταριάτο, κατακερματισμένο από τον καπιταλισμό όπως ήταν, θα ήταν αδύνατο να ξεσηκωθεί και να χτίσει τη νέα αυτή τάξη πραγμάτων. Δεν γνώριζε καν τα πραγματικά του συμφέροντα λόγω της “αλλοτριωμένης κοινωνικής συνείδησης” στην οποία το είχε υποβάλει ο καπιταλισμός.

Ο Λένιν με τη σειρά του, παίρνοντας το νήμα από τον Μάρξ, επικεντρώθηκε στη δημιουργία ενός κομμουνιστικού κόμματος από διανοούμενους – επαγγελματίες επαναστάτες, το οποίο θα οδηγούσε-και εν ανάγκη θα υποχρέωνε-την εργατική τάξη να ακολουθήσει το δρόμο της κοινωνικής απελευθέρωσης. «Δώστε μας μια οργάνωση επαναστατών και θα αναποδογυρίσουμε τη Ρωσία» διατυμπάνιζε.

Η Επανάσταση τελικά ξεκίνησε και πέτυχε χάρη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο Λένιν έφτασε στην Αγία Πετρούπολη χάρη στο γερμανικό στρατό, που τον φόρτωσε λαθραία μέσα σε ένα σφραγισμένο βαγόνι τρένου, με στόχο ακριβώς να οργανώσει επανάσταση η οποία θα έβγαζε τη Ρωσία από τον πόλεμο, όπως και τελικά συνέβη. Εν συνεχεία πυροδοτήθηκε βάναυσος εμφύλιος πόλεμος, στη διάρκεια του ο Λένιν εξέφρασε την ρήση: «Ο σκοπός της τρομοκρατίας είναι να τρομοκρατεί”. Η επανάσταση μπορούσε να επιτύχει μόνο αν επιτύγχανε να τρομοκρατήσει τις μάζες, ώστε να εκπληρώσουν το καθήκον τους και να οδηγηθούν εκ του ασφαλούς προς το πεπρωμένο τους.

Έτσι, το ευγενές όραμα της οικοδόμησης μιας κοινωνίας ισότητας ενώθηκε με την εμμονή σε μία λογική αδίστακτης επιβολής που με τη σειρά της δημιούργησε μία πολιτική κουλτούρα, στην οποία ακόμη και η συμπόνια εκλαμβανόταν ως μία μορφή αντεπαναστατικής αδυναμίας. Τα σπέρματα αυτής της εξέλιξης βρισκόταν ήδη στη διδασκαλία του Μάρξ: “Η σημερινή γενιά μοιάζει με τους Εβραίους που τους οδήγησε ο Μωυσής στη Γη της Επαγγελίας. Δεν αρκεί να κυριαρχήσει στον κόσμο. Πρέπει και να χαθεί για να κάνει χώρο σε όσους θα είναι έτοιμοι για έναν νέο κόσμο”.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οι διανοούμενοι που κλήθηκαν να υλοποιήσουν τη δικτατορία του προλεταριάτου, γνώριζαν ως τότε την τρομοκρατία μόνο σαν μία αφηρημένη έννοια. Επιπρόσθετα, η εγγενής σε έναν διανοούμενο ιδιότητα του στοχαστή δυσκόλευε την αποτελεσματική εφαρμογή της. Η τέλεια τρομοκρατία αντικειμενικά προϋποθέτει την εφαρμογή της από έναν τέλειο εγκληματία. Μέσα από αυτό το κλίμα και από αυτήν την αντίληψη τελικά αναδείχθηκε ο Ιωσήφ Στάλιν. Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τις θεωρίες και τις αυταπάτες των διανοούμενων προκατόχων του, τους οποίους αντικατέστησε αρχικά από την ηγεσία επανάστασης και εν συνεχεία τους δολοφόνησε μαζί άλλωστε με εκατομμύρια άλλους πολίτες. Η υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση, και η ανάγκη για κεφάλαια μέσω των εξαγωγών σιτηρών προκάλεσαν λιμό στην Ουκρανία με εκατομμύρια νεκρούς.  Ο δρόμος που άνοιξαν οι Μαρξ και Λένιν, δεν άνοιξε τελικά προς μια πορεία για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας, αλλά σε ένα πρόσωπο που εφάρμοσε με εγκληματική τελειότητα την τρομοκρατία σαν σκοπό περισσότερο παρά σαν μέσο.

Ήδη από τον Στάλιν και μετά, οι μεγάλες ιδέες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η επανάσταση είχαν ξεθωριάσει λόγω του πόνου και της καταπίεσης που προκάλεσε η ανελέητη απόπειρα υλοποίησής τους. Και χωρίς τις μεγάλες ιδέες που εξ’ αρχής τη δημιούργησαν, η Σοβιετική Ένωση δεν στεκόταν πλέον ως κρατική οντότητα σε στέρεες βάσεις.

Ένα από τα μαθήματα που θα μπορούσαμε να πάρουμε από την πορεία του κομμουνιστικού πειράματος της Σοβιετικής Ένωσης, είναι το ότι, αν επιχειρηθεί να επιβληθεί στην πράξη μια ιδεολογία σαν απόλυτη αλήθεια, τότε αυτή ενσκήπτει ως περίπου φυσικό φαινόμενο. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία και αξία μπροστά στη μεγάλη εικόνα, στο όνειρο που περιμένει την υλοποίηση του. Και όσο μεγαλύτερο είναι το όνειρο, τόσο λιγότερη σημασία έχει ο Άνθρωπος.

Εν τέλει, η βαναυσότητα, ο πόνος και η τρομοκρατία είναι εγγενείς σε ιδεολογικά παρακινημένες απόπειρες να μεταμορφωθεί μαζικά και γρήγορα μια κοινωνία, ανεξάρτητα από τη φυσική της δυναμική. Και απόπειρες με αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι εξηγούν μεγάλο μέρος της ιστορίας του 20ου αιώνα, του πιο αιματηρού αιώνα στην ιστορία της ανθρωπότητας.