Το θέλουμε αυτό το «Συμπρωτεύουσα”;

Η ταλαιπωρία της τελευταίας λειψυδρίας ανεβάζει την απηυδισμένη Θεσσαλονίκη στα κάγκελα 
Το θέλουμε αυτό το «Συμπρωτεύουσα”;

Ήταν ένα πραγματικό ωραίο απόγευμα Παρασκευής, κάνοντας πολύ ευχάριστη την διαδρομή μέχρι το κτίριο του ΤΕΕ στην Μ.Αλέξανδρου. Το περπάτημα στη Νέα Παραλία δε συνοδεύεται μόνο από την θέα της θάλασσας• συνοδεύεται κι από τις αμέτρητες εικόνες ανθρώπων που απολαμβάνουν αυτό τον δημόσιο χώρο με κοσμιότητα τόσο δυτικότροπη, ώστε ώρες ώρες να νοιώθεις πως δε βρίσκεσαι εδώ. Με έναν απροσδόκητο τρόπο η εκδήλωση του Τεχνικού Επιμελητηρίου με ομιλήτρια την Αλέκα Γερόλυμπου ταίριαζε απόλυτα σ’ αυτό το δυτικό όνειρο της Θεσσαλονίκης, καθώς πραγματευόταν την σύλληψη και εκτέλεση του σχεδίου Εμπραρ. Η ομιλήτρια ξεκίνησε με μια εύλογη απορία• αναρωτήθηκε σε τί αποσκοπεί σήμερα η ανάδειξη ενός πολεοδομικού σχεδίου 100 ετών, το οποίο επανακαθόρισε την φυσιογνωμία της «Συμπρωτεύουσας”. 

 

Συμπρωτεύουσα, τί ταλαιπωρημένη λέξη. Συνελήφθη ως όρος μετά την απελευθέρωση της πόλης, ως επαναφορά ενός προνομίου των Βυζαντινών χρόνων. Πράγματι, πριν την Κωνσταντινούπολη η Θεσσαλονίκη ήταν η αρχική πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με τον Γαλέριο και τους διαδόχους του  να χτίζουν υπέρλαμπρο παλάτι, ιππόδρομο, θέατρα, πάνθεον, μνημειώδεις λεωφόρους, λουτρά, και μια μεγάλη αγορά. Οι Βυζαντινοί διατήρησαν τον τίτλο της Συμβασιλεύουσας, την οχύρωσαν αποτελεσματικά, και κατασκεύασαν πολλούς εντυπωσιακούς χριστιανικούς ναούς και έργα κοινωνικής ωφελείας. Η γενικευμένη παρακμή της Αυτοκρατορίας είχε σα συνέπεια την σταδιακή υποβάθμιση αυτού του άλλοτε ένδοξου αστικού κέντρου, υποβάθμιση που συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι περίπου το 1870. 

 

Την εποχή εκείνη άρχισε ν’ ανεβάζει στροφές το Τανζιμάτ, η προσπάθεια των Οθωμανών να φρενάρουν την δική τους παρακμή που ώθησε και αυτούς στην αναζωογόνηση της πόλης• τείχη κατεδαφίστηκαν, λεωφόροι διαπλατύνθηκαν, το τραμ έκανε την εμφάνισή του, Γάλλοι και Βέλγοι έφεραν τρεχούμενο νερό και ηλεκτρικό ρεύμα, και κατασκεύασαν λιμενικές εγκαταστάσεις. Και παράλληλα συνέβη μια έκρηξη εμπορίου και βιομηχανίας, ακολουθούμενη από μια αντίστοιχη στην ευζωία και στον πολιτισμό. Η πυρκαγιά του 1917 έκαψε μαγαζιά, αποθήκες, μέγαρα γραφείων και κατοικιών, εργοστάσια, σινεμά, καφενέδες και εστιατόρια, μονάδες ζωντανές πάνω σ’ έναν κάναβο αμετάβλητο από την αρχαιότητα, χτισμένες σύμφωνα με κάθε αρχιτεκτονικό στυλ, νεοκλασικές, εκλεκτικιστικές, νεοβυζαντινές, ή λιτές παραδοσιακές.

 

Σύμφωνα με τα πλαίσιο που θέσπισε ο Εμπράρ κι οι συνεργάτες του (μετά πολλών εμποδίων και παλινοδιών) ξανακτίστηκε η πυρίκαυστη Θεσσαλονίκη, ως ένα μεγάλο σύνολο από χαμηλοϋψείς μικρές ιδιοκτησίες -με μαγαζιά και διαμερίσματα σε οδούς πλατύτερες, με πεζοδρόμια και πλατείες, με χώρο για αυτοκίνητα, με ανάδειξη και οπτική επικοινωνία των μνημείων- της οποίας το ύφος παρέπεμπε με άνεση στην ιδιαίτερη διαχρονική ταυτότητα αυτού του τόσο πολυπολιτισμικού τόπου. Η ομάδα των μηχανικών δε στάθηκε εκεί, μα οραματίστηκε και το μέλλον, με πανεπιστημιούπολη, με νέο σιδηροδρομικό σταθμό, με επέκταση του λιμανιού, με χωροθέτηση της μεταποίησης στα δυτικά και των κατοικιών στα ανατολικά, με μια ακτή δημόσιας χρήσης κάτω από την λεωφόρο των Εξοχών (σημερινή Βασ. Όλγας), και ναι, με μια γραμμή μετρό από τον Σταθμό ως το Χαριλάου. Προσφυγιά, οικονομικές κρίσεις, Κατοχή, διωγμοί και Εμφύλιος δε μπόρεσαν να σκοτώσουν το Σχέδιο Εμπράρ. 

 

Όσα όμως δεν κατάφεραν οι μεγάλες αυτές δοκιμασίες, το πέτυχε η ανοικοδόμηση από το ’50 ως το ’80. Οι ελεύθεροι χώρπι μειώθηκαν, ενώ το ενδιαφέρον παλαιότερο και νεώτερο οικιστικό περιβάλλον έδωσε τη θέση του στα γνωστά κυβικά οκταόροφα, σε άχρωμα κουτιά και «συρταριέρες”. Η αλήθεια είναι ότι όταν ξεκίνησε η εξαφάνιση του παρελθόντος ελάχιστοι έκλαψαν. Η παλιά αστική τάξη είχε απομειωθεί δραματικά λόγω της εξόντωσης των Σεφαρδιτών, ο πόλεμος είχε συρρικνώσει την ευαισθησία των κατοίκων, η δε κατασκευή οικοδομών σήμαινε χρήμα και βελτιωμένη ποιότητα ζωής για τους πολλούς. Το ελληνικό κράτος συμμετείχε κι αυτό, όταν ο Καραμανλής ξεκίνησε πρόγραμμα μαζικών δημοσίων επενδύσεων σε υποδομές εκπαιδευτικές, υγειονομικές, αθλητικές και μεταφορικές (ομολογουμένως μεγάλη παραφωνία του η διακοπή του τραμ). Ο οργασμός εκείνος ήταν σε συνάρτηση ενός αντίστοιχου στην οικονομική ζωή, με εγκατάσταση μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, καθιστώντας την Θεσσαλονίκη μια ανερχόμενη βιομηχανική πόλη. Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν καλός για την Συμπρωτεύουσα.  

 

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι μέχρι το σημείο αυτό η εξέλιξη των πραγμάτων φαινόταν σύμφωνη με τις οδηγίες του Βενιζέλου το 1917• η αναγεννημένη ελληνική μεγαλούπολη προοριζόταν να είναι κέντρο βιομηχανίας και εμπορίου, με ύφος και λειτουργίες άλλες από εκείνες του διοικητικού και πολιτιστικού κέντρου της χώρας. Στην πραγματικότητα όμως οι προοπτικές της πόλης είχαν ήδη υπονομευθεί. Η προσφυγιά και η μετεμφυλιακή αστυφιλία είχαν γεννήσει ένα τεράστιο αστικό κέντρο στην Αττική, μάλλον δυσανάλογο προς το μέγεθος της χώρας, έναν Λεβιάθαν χαμηλών ημερομισθίων και πάμπολλων καταναλωτών. Ταυτόχρονα, ο κρατισμός είχε συνέπεια την ταύτιση του οικονομικού κέντρου με το διοικητικό• οι κρατικές χρηματοδοτήσεις ήταν το αναγκαίο οξυγόνο των τότε επενδύσεων, άρα κάθε έξυπνος επιχειρηματίας φρόντιζε να συγχρωτίζεται με τους πολιτικούς. Η σταδιακή εξάρτηση της ιδιωτικής οικονομίας από ευρωπαϊκά κονδύλια και αναπτυξιακούς νόμους οδήγησαν σταδιακά τους ισχυρότερους της τοπικής οικονομίας στην Αθήνα, ακολουθούμενους από νέα παιδιά, καλλιτέχνες, επιστήμονες, μάνατζερς, αθλητές. 

 

Η πόλη στέγνωσε, της έμειναν -συμβολικά κυρίως- ο ΠΑΟΚ και η μακεδονική ταυτότητα της, η δε Κρίση την έχει σχεδόν αποτελειώσει. Πρέπει κανείς να είναι τυφλός και κουφός για να παραγνωρίζει την τωρινή παρακμή της. Τυφλός για να μη βλέπει τα χιλιάδες κλειστά μαγαζιά, τη βρωμιά, το τριτοσμικό κυκλοφοριακό, τους εισαγόμενους ρακοσυλλέκτες. Κουφός για να μην ακούει τα ρημαγμένα λεωφορεία του ΟΑΣΘ, τους πυροβολισμούς μεταξύ μεταναστών στη Ροτόντα, τις καθημερινές θλιβερές αφηγήσεις των κατοίκων της, που μαρτυρούν παραίτηση και πίκρα. Η όαση της Νέας Παραλίας είναι πλέον η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Ωστόσο, κάτι αρχίζει να διαφαίνεται. Το λιμάνι και το αεροδρόμιο πέρασαν σε επενδυτές με στρατηγική οπτική, η ιστορική αγορά Μοδιάνο άλλαξε χέρια, το ίδρυμα Νιάρχου συνεισφέρει στην αστική ανανέωση, φρέσκα ξενοδοχεία παρουσιάζονται, επεμβάσεις σε πάρκα και στο θαλάσσιο μέτωπο δρομολογούνται. Είναι τραγικό να καταθέτουν τα όπλα οι Σαλονικιοί όταν άλλοι ρίχνουν εδώ τα λεφτά τους επειδή εντοπίζουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές αυτής της συγκεκριμένης περιοχής. Η νυν κωμικοτραγική λειψυδρία (μετά την περσινή, όταν πάγωσαν τα πάντα) είναι ακόμη ένα καμπανάκι αφύπνισης, που αν δε το ακούσουμε θα κατέβουμε κι άλλα σκαλιά προς την πλήρη απαξίωση και υποβάθμιση, προς την αυτοχειρία. Οφείλουμε στους εαυτούς μας να αντιδράσουμε, ζητώντας επιτακτικά ένα επίκαιρο «Σχέδιο Εμπράρ”, ένα υλοποιήσιμο μάστερ πλαν για μια νέα Θεσσαλονίκη, της καινοτομίας, του τουρισμού, της εκπαίδευσης, του διεθνούς εμπορίου, της εξειδικευμένης μεταποίησης. Για μια νέα Θεσσαλονίκη τόσο ποιοτική, που δε θα χρειάζεται να ξεγελιέται με βαρύγδουπες μα κενές περιεχομένου λεζάντες, όπως εκείνες της Συμπρωτεύουσας και του… πρωθυπουργικού γραφείου. 

 

Φωτογραφία έγχρωμη της Παλιάς Παραλίας από το 1913, του Albert Kahn