Το Παύλου Μελά μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η αρχή

Τα παλιά στρατόπεδα της Θεσσαλονίκης ίσως αποτελέσουν τη γέφυρά της προς το αύριο
Το Παύλου Μελά μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η αρχή

Έχω περάσει 9 μήνες της ζωής μου στο Παύλου Μελά, υπηρετώντας εκεί το 1996. Ήταν τότε που έρχονταν κάποιες επιτροπές της τοπικής αυτοδιοίκησης και επιθεωρούσαν τα κτίρια. με τα μέλη τους να συζητούν χαρούμενα για πιθανές μελλοντικές χρήσεις των εγκαταστάσεων. Δεν ήταν εύκολη η θητεία εκεί. Πολλοί ίσως θ’ απορήσουν γι αυτό, δεδομένου ότι το στρατόπεδο βρίσκεται σχεδόν μέσα στο κέντρο της  Θεσσαλονίκης. Ίσως διότι μετρούσε το βαρύ φορτίο του τόπου, από τότε που είχε λειτουργήσει ως ντεπό αθώων μελλοθάνατων Ισραηλιτών. Ίσως φυσικά κι επειδή αυτή την αχανή έκταση έπρεπε να την φυλάγουμε περίπου 30 φαντάροι, υπεύθυνοι για μπόλικο -αλλά εντελώς απαρχαιωμένο- στρατιωτικό υλικό. Από τότε λοιπόν ακούγαμε ότι θα παραχωρούταν αυτή η αστική… ζούγκλα (μέχρι και τσαλαπετεινοί κυκλοφορούσαν αμέριμνοι) αλλά ότι οι “καραβανάδες” έβαζαν προσκόμματα στη διαδικασία, καθώς επιθυμούσαν εκμετάλλευση του σημείου από το ΜΤΣ.

Δε ξέρω αν ήταν αληθινές αυτές οι  φήμες, όμως η ουσία είναι πως τον περασμένο Σεπτέμβριο αυτά τα 332 στρέμματα παραχωρήθηκαν για 99 χρόνια στον ομώνυμο Δήμο. Η πρόταση διαμόρφωσης του χώρου από τους Νικηφορίδη και Cuomo είναι ταυτόχρονα ρεαλιστική, μα και ιδιαίτερα γοητευτική. Οι δύο αρχιτέκτονες δε προτείνουν κοστοβόρους κήπους με μεγάλες ανάγκες φροντίδας. Αντίθετα σκιαγραφούν ένα μέλλον που αναδεικνύει και ενσωματώνει την τοπική χλωρίδα βλάστηση, η οποία θα παρακολουθεί  τις εποχές, γύρω από οπωρώνες, ελαιώνες και χωμάτινα μονοπάτια, όλα φιλικά σε πεζούς, ποδηλάτες, οικογένειες, πιτσιρικάδες και ηλικιωμένους.

Διαβάζοντας, ακούγοντας, και βλέποντας την πρόταση των δύο αρχιτεκτόνων (δημιουργών της νέας Νέας Παραλίας) δεν μπορώ ν’ αποφύγω συνειρμούς με τις ευρηματικές λύσεις σε αντίστοιχα προβλήματα που υιοθέτησε ο Γκαουντί στο πάρκο Γκουέλ, αλλά και οι επίγονοι του στην υπόλοιπη Βαρκελώνη, όταν η πόλη ετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς του ‘92. Το μέγεθος αυτό καθαυτό του Παύλου Μελά θα το καταστήσει αναπόφευκτα έναν υπερτοπικό πόλο, ένα σημείο αναψυχής αλλά και ανθρώπινης επαφής για ολόκληρη τη δυτική Θεσσαλονίκη, μα και για την κεντρική. Μετά την ολοκλήρωση του έργου η θλιβερή εικόνα του εγκαταλειμμένου στρατοπέδου πάνω σε μία μεγάλη λεωφόρο-είσοδο της πόλης θα εξαφανιστεί. Κι αν μάλιστα προχωρήσουν τα έργα του Μετρό προς τα εκεί, οι δύο στάσεις στα όρια του νέου μητροπολιτικού πάρκου θα το κάνουν προσιτό στους κατοίκους ολόκληρου του πολεοδομικού συγκροτήματος.

Αρκούν όμως οι όμορφες ιδέες για το πράσινο που θα πλημμυρίσει τον αναζωογονημένο χώρο; Φυσικά και όχι, μέσα στην έκταση διατηρούνται -τολμώ να πω εντυπωσιακά- κτίρια, παλιοί στρατώνες της οθωμανικής εποχής. Σα νεαροί χαζεύαμε τα πανύψηλα ταβάνια, τις δίφυλλες ξύλινες πόρτες, τα περίτεχνα γύψινα διακοσμητικά κι αναρωτιόμασταν πώς ήταν δυνατό τόσο μεγαλοπρεπείς εγκαταστάσεις να έχουν κατασκευαστεί απλά για τη διαβίωση στρατιωτών. Σύντομα, όταν φτάσει η ώρα για την αποκατάσταση και των κτιρίων, αυτά θα είναι πραγματικά τόσο επιβλητικά αλλά και ευχάριστα, ώστε οι χρήσεις που θα φιλοξενήσουν να είναι σίγουρα επιτυχημένες. Προσωπικά είμαι πολύ αισιόδοξος για την αξιοποίηση αυτού του παλιού κτιριακού δυναμικού προς όφελος της λειτουργίας του πάρκου, και θέλω να πιστεύω ότι θα προσφέρει ικανά έσοδα για την αυτόνομη λειτουργία του project. Κι από κει και πέρα ας μη λησμονούμε ολόκληρο τον άξονα της Λαγκαδά, ο οποίος παρατήθηκε μισοτελειωμένος μετά την ολοκλήρωση του “Αθήνα 2004”.

Η Μονή Λαζαριστών ήταν η αρχή. Το Παύλου Μελά είναι η λογική συνέχεια, σε μεγαλύτερη κλίμακα. Η αναγέννηση όμως της δυτικής Θεσσαλονίκης θα ολοκληρωθεί με την παραχώρηση και των στρατοπέδων της Μενεμένης, και κυρίως με την πολυδιάστατη αξιοποίηση της πολύ μεγαλύτερης έκτασης του εγκαταλειμμένου Καρατάσου. Η Αθήνα βρήκε στο Ελληνικό το ιδανικό πεδίο για τον επαναπροσδιορισμό της. Τo Ελληνικό της Θεσσαλονίκης είναι τα παλιά στρατόπεδα της, που διάσπαρτα μέσα στον αστικό ιστό δύνανται να τη μετατρέψουν από στάσιμη τσιμεντούπολη σε φιλόξενη ευρωπαϊκή μητρόπολη, χαρά των εραστών της, κατοίκων και επισκεπτών.