Το μουσείο που μεταμόρφωσε μια ολόκληρη πόλη

Το Guggenheim του Μπιλμπάο κλείνει 20 χρόνια
Το μουσείο που μεταμόρφωσε μια ολόκληρη πόλη

Το «φαινόμενο Guggenheim» είναι μια νέα μα ευρέως χρησιμοποιούμενη έκφραση τα τελευταία χρόνια, από τότε που το αρχιτεκτονικό θαύμα στην όχθη του ποταμού Νερβιόν στο Μπιλμπάο πέτυχε το απροσδόκητο: μεταμόρφωσε το πρόσωπο μιας πόλης που θεωρούνταν χαμένη.

Το Μπιλμπάο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Ισπανίας, στις ακτές του Βισκαϊκού κόλπου. Από τον 19ο αιώνα μέχρι τη δεκαετία του΄70, ήταν το σημαντικότερο βιομηχανικό λιμάνι στη Χώρα των Βάσκων. Με τη στρατηγική του πρόσβαση στον Ατλαντικό, η οικονομία του Μπιλμπάο – βασισμένη στη ναυπηγική βιομηχανία, καθώς και στην παραγωγή άνθρακα και χάλυβα – ήταν ανοδική. Ωστόσο, η βιομηχανία δεν προσαρμόστηκε αρκετά γρήγορα στη μεταβαλλόμενη τεχνολογική εξέλιξη. Τα ξεπερασμένα ναυπηγεία και τα εργοστάσια έπρεπε να κλείσουν. Τα βιομηχανικά κτίρια εγκαταλείφθηκαν . Πολλοί εργαζόμενοι κι οι οικογένειές τους άφησαν την πόλη, ενώ όσοι παρέμειναν δεν είχαν εργασία ή προοπτικές για το μέλλον. Η πόλη αποτελούσε επίσης ορμητήριο της βασκικής αυτονομιστικής οργάνωσης ETA, η οποία ήταν υπεύθυνη για διάφορες τρομοκρατικές επιθέσεις. Αναπόφευκτα οι παθιασμένοι λάτρεις της τέχνης ήταν μάλλον σπάνιοι στην πόλη, και γι αυτό η αποκάλυψη των σχεδίων για την κατασκευή ενός φιλόδοξου πολιτιστικού κέντρου ακούστηκε αρχικά σαν ένα κακό αστείο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 το Αμερικανικό Ίδρυμα Guggenheim, αναζητώντας μια θέση για ένα ευρωπαϊκό μουσείο, διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με αρκετές σημαντικές πόλεις.
Οι αρχές του Μπιλμπάο επέδειξαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το έργο. Συνειδητοποίησαν πόσο τεράστια ευκαιρία θα μπορούσε να ήταν αυτός ο περίφημος ναός της τέχνης για την υποβαθμισμένη πόλη τους. Η συμφωνία ήταν απλή: οι Βάσκοι θα προσέφεραν χώρο και κεφάλαια, ενώ το Ίδρυμα Guggenheim θα γέμιζε το μουσείο με έργα από την εξαιρετική συλλογή του και θα αναλάμβανε τη διοίκησή του. Πολλοί κάτοικοι του Μπιλμπάο διαμαρτυρήθηκαν για το έργο: Δεν καταλάβαιναν γιατί η πόλη τους θα επένδυε εκατομμύρια σε ένα μουσείο αντί στον εκσυγχρονισμό των τοπικών εργοστασίων, ώστε  να βοηθήσει έτσι τον πληθυσμό. Ακόμη και οι καλλιτέχνες της περιοχής φοβόντουσαν ότι θα εξοστρακίζονταν εξαιτίας του αμερικανικού “πολιτιστικού ιμπεριαλισμού”. Η μελέτη σκοπιμότητας του Ιδρύματος Guggenheim προϋπέθετε ότι το μουσείο θα προσέλκυε τουλάχιστον μισό εκατομμύριο επισκέπτες κάθε χρόνο. Ο στόχος έμοιαζε άπιαστος. Ωστόσο, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη δέχτηκαν τη συμφωνία.

Οι σκεπτικιστές θα εκπλήσσονταν εντελώς από την ταχεία μεταμόρφωση της πόλης τους. Ολόκληρη η περιοχή κατά μήκος του ποταμού Νερβιόν δέχτηκε μια πλήρη αναβάθμιση μέσα σε τέσσερα χρόνια. Τα σκουριασμένα ναυπηγεία εξαφανίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από χώρους πρασίνου και περιπάτου, και στο μέσο όλων αυτών χτίστηκε ένα γιγαντιαίο πλαίσιο από χαλύβδινες καμπύλες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο καναδοαμερικανός αρχιτέκτονας Φρανκ Γκέρυ θα προκαλούσε σάλο με το ασυνήθιστο στυλ του. Η αποδομητική προσέγγιση του σήμαινε ότι οι γωνίες και οι ευθείες γραμμές θα αντιμετωπίζονταν ως ανύπαρκτες, και αντικαταστάθηκαν από κύματα, καμάρες και καμπύλες. Τα πάντα έμοιαζαν κάπως χαοτικά και περιπλεγμένα .Τα έργα του Γκέρυ, όπως το Biomuseum, ένα μουσείο βιοποικιλότητας στην πόλη του Παναμά, το Dancing House στην Πράγα, καθώς και κτίρια σε αρκετές πόλεις στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, το Ντίσελντορφ και το Χέρφορντ, είναι παγκοσμίως διάσημα. Μέχρι το 1997, το… γλυπτό από κόκκινο σκουριασμένο χάλυβα  στην όχθη του ποταμού Μπιλμπάο, αυτό που έμοιαζε σαν μια τεράστια δομή ρόλερ-κόστερ, ήταν επιστρωμένο με τιτάνιο.

Ανάλογα με το πού στέκεται κανείς, το κτίριο θυμίζει μισή αγκινάρα ή πλοίο ή ακόμα και αποκεφαλισμένο ψάρι χωρίς πτερύγια. Εδώ κι εκεί, το γυαλί καλύπτει την πρόσοψη, ενώ το ασημί τιτάνιο συνδυάζεται όμορφα με τον ελαφρύ ισπανικό ασβεστόλιθο. Το κτίριο δεν φαίνεται να έχει αρχή ή τέλος, δεξιά ή αριστερά. Αλλά υπάρχει σίγουρα ένας πυρήνας: ο ψηλότερος χώρος, με 50 μέτρα ύψος, αποτελεί το κεντρικό αίθριο, ενώ η μεγαλύτερη αίθουσα είναι μια γκαλερί μήκους 130 μέτρων και πλάτους 30, που παρέχει άφθονο χώρο για γιγαντιαία γλυπτά .Τα πάντα είναι πλημμυρισμένα από φως, ευάερα και παιχνιδιάρικα: Είναι σαν λαβύρινθος σε τρεις ορόφους, με μικρές πόρτες, γκαλερί, γωνιές, κόγχες, παράθυρα και φεγγίτες. Ακόμα όμως κι αν το εσωτερικό του κτιρίου είναι εξίσου συναρπαστικό με το εξωτερικό του, οι αίθουσες δεν κλέβουν την παράσταση από τα εκτιθέμενα έργα τέχνης.

Το Μουσείο Guggenheim στην Avenida Abandoibarra εγκαινιάστηκε από τον τότε βασιλιά Χουάν Κάρλος στις 19 Οκτωβρίου 1997. “Είναι το σπουδαιότερο κτίριο της εποχής μας «, είχε πει ο Αμερικανός αρχιτέκτονας Φίλιπ Τζόνσον, προσθέτοντας:» Όταν ένα κτίριο είναι τόσο καλό όσο αυτό, χ**ε την τέχνη «- κάνοντας μια ΄δήλωση που θα δικαίωνε όσους  σκεπτικιστές θεωρούσαν το κτίριο υπερβολικά κυριαρχικό . Το μουσείο κατακλύστηκε από τους λάτρεις της τέχνης και της αρχιτεκτονικής απ΄ όλο τον κόσμο. Το αναμενόμενο μισό εκατομμύριο επισκεπτών ανά έτος κατέληξε ατόφιο εκατομμύριο. Σχεδόν 170 εκθέσεις μέχρι σήμερα έχουν παρουσιάσει τα μεγάλα αστέρια της τέχνης από τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, όπως οι Yves Klein, Robert Rauschenberg, Andy Warhol, Gerhard Richter και Jeff Koons, για να αναφέρουμε ελάχιστες. Και για να καθησυχάσει τους αρχικούς φόβους, ένα τμήμα του μουσείου είναι αφιερωμένο στους Ισπανούς και Βάσκους καλλιτέχνες.

Το Μπιλμπάο άρχισε να ανθίζει και προσέλαβε κι άλλους διάσημους αρχιτέκτονες για να αναζωογονήσει την πόλη: ο Norman Forster έκτισε μια ολόκληρη γραμμή του μετρό. Ο Alvaro Siza σχεδίασε ένα κτίριο πανεπιστημίου και ένα τερματικό σταθμό αεροδρομίου, ενώ η πεζογέφυρα «Zubizuri,» που βρίσκεται κοντά στο μουσείο, δημιουργήθηκε από τον Salvadore Calatrava. Γρήγορα ξεφύτρωσαν ωραία ξενοδοχεία-μπουτίκ, ενώ τα εστιατόρια άρχισαν να προσφέρουν την υψηλότερη βασκική κουζίνα. Συνολικά, 20 εκατομμύρια επισκέπτες συνέβαλαν στο να δοθεί στην πόλη μια νέα ζωή. Το φαινόμενο Guggenheim, γνωστό και ως φαινόμενο του Μπιλμπάο, έχει αναδειχθεί σε σύμβολο του πώς η τέχνη και ο πολιτισμός μπορούν να ενισχύσουν μια πεσμένη τοπική οικονομία.

Τώρα, 20 χρόνια μετά το ξεκίνημα του, η πόλη γιορτάζει την επέτειο με εκδηλώσεις και εκθέσεις όλο το χρόνο. Μια μεγάλη έκθεση παρουσίασε τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό στη Βόρεια Αμερική, με καλλιτέχνες όπως οι De Kooning, Pollock και Rothko. Άλλη παρουσίαση επικεντρώθηκε στην αβανγκάρντ του Παρισινού Fin-de-Siecle, στα τέλη του 19ου αιώνα, με Signac και Bonnard. Μια ακόμη κορυφαία στιγμή ήταν η προβολή «Reflections» της περασμένης εβδομάδας, όταν η ιστορία του μουσείου και οι πιο διάσημες εκθέσεις του προβλήθηκαν στην πρόσοψη του κτιρίου. Περισσότεροι από 200.000 επισκέπτες παρακολούθησαν την εκδήλωση.
Και η χρονιά έχει ακόμη ως το τέλος της…..

Πηγή : Silke Wünsch για το DW
Φωτογραφία από Wikimedia Commons