Το αύριο είναι εδώ

Ένα ρεαλιστικό σενάριο πάνω στις αληθινές προθέσεις της συγκυβέρνησης σχετικά με το Σκοπιανό
Το αύριο είναι εδώ

Μελετώντας την επικαιρότητα το τελευταίο διάστημα κάποιος θα μπορούσε ίσως να διακρίνει ότι η επόμενη κρίση για την Ελλάδα, ή τουλάχιστον η επόμενη φάση της κρίσης που μας  ταλανίζει από περίπου το 2008, έχει ξεκινήσει. Καθώς το βλέμμα των περισσότερων είναι στραμμένο στο αχνό φώς που έχει αρχίσει να έρχεται από την άκρη του τούνελ με την προοπτική της εποχής μετά την ολοκλήρωση των μνημονίων τον προσεχή Αύγουστο, (είτε πιστεύουν είτε όχι σε ένα τέτοιο  σενάριο) τα μέλη της σημερινής συγκυβέρνησης φαίνεται να έχουν ήδη θέσει σε λειτουργία το στρατηγικό σχεδιασμό τους για την εποχή μετά τα Mνημόνια (αν φυσικά ποτέ υπάρξει…) και την εποχή μετά τις προσεχείς εκλογές.

Πιο συγκεκριμένα, η άνοδος του Σκοπιανού ζητήματος τις τελευταίες εβδομάδες στην κορυφή της επικαιρότητας  και της πολιτικής  αντιπαράθεσης έχει προσφέρει τον πολύτιμο αντιπερισπασμό που αναζητούσε η κυβέρνηση για να στρέψει την προσοχή του κόσμου μακριά από όλα όσα της στοίχιζαν σε απήχηση τους προηγούμενους μήνες (πλημμύρες, κατασχέσεις, πλειστηριασμοί, κ.α.) και είχαν παγιώσει τα διψήφια ποσοστά διαφοράς στις δημοσκοπήσεις από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.  Αυτό για τους περισσότερους στην παρούσα φάση δε γίνεται εύκολα αντιληπτό καθώς εστιάζουν στις λαϊκές αντιδράσεις (βλ. συλλαλητήρια και τοποθετήσεις του κλήρου) και στις κόκκινες γραμμές που τραβούν συμπολίτευση και αντιπολίτευση στην προσπάθεια και σταθερό ενδιαφέρον του πρωθυπουργού να επιλύσει το ζήτημα της ονομασίας  του γειτονικού κράτους τους προσεχείς μήνες.  Βλέπουν σε αυτό το ζήτημα μία ακόμη γκάφα του κ. Τσίπρα που αυτή τη φορά ελπίζουν ότι θα αποδειχθεί και η πιο καίρια στερώντας έτσι και άλλους πόντους από τη δημοφιλία αυτού και της συγκυβέρνησης  και η οποία θα οδηγήσει στην έξοδο και στην επόμενη μέρα. Σε συνδυασμό με τις δηλώσεις που άρχισαν να γίνονται από πλευράς των δανειστών για τη μεταμνημονιακή εποχή (βλ. προληπτική γραμμή στήριξης) η  πρωτοβουλία των κινήσεων ενόψει των προσεχών εκλογών φαίνεται να έχει χαθεί για τους κυβερνώντες.

Όμως, με μια προσεκτική ματιά στην κατάσταση που έχει προκύψει κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται. Η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος στο δεξί μέρος του πολιτικού φάσματος, κάπου μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΑΝ.ΕΛ., η οποία κυοφορείται μέσα από τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και την προβολή του κ. Φραγκούλη ως πιθανού αρχηγού, αποτελεί τη μεγαλύτερη ελπίδα και στόχευση και για το ΣΥΡΙΖΑ και για τους ΑΝ.ΕΛ. ενόψει των επόμενων εκλογών. Ο βασικότερος λόγος, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, είναι ότι θα στερήσει ψήφους από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και επακόλουθα την δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης. Επίσης, σε ένα τέτοιο κόμμα θα μπορούσαν καταφύγουν και πολλά από τα στελέχη των ΑΝ.ΕΛ. τα οποία δεν έχουν καμία ελπίδα επανεκλογής στις επόμενες εκλογές, με βάση τουλάχιστον τις δημοσκοπήσεις. Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο και διαγκωνίζονται στο ποιος θα θέσει τις πιο κόκκινες γραμμές στο Μακεδονικό παρά την επίσημη στάση της σημερινής συγκυβέρνησης στην οποία ανήκουν.

Το πολιτικό τοπίο όμως που θα διαμορφωθεί μετά τις εκλογές με βάση αυτό το σενάριο δημιουργίας ενός ακόμη δεξιού κόμματος με εθνικοπατριωτικό προσανατολισμό και υψηλή ίσως απήχηση, τουλάχιστον στο ξεκίνημα του και την πρώτη του συμμετοχή σε εθνικές εκλογές (βλ. «το νέο έρχεται»…), θα είναι δυστυχώς ιδιαίτερα προβληματικό. Η δυσκολία δημιουργίας κυβέρνησης συνεργασίας που θα προκύψει από την περαιτέρω κατάτμηση των μεριδίων στα οποία σήμερα προσβλέπουν τα σημερινά κόμματα θα οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια η οποία θα συμπαρασύρει και την οικονομία σε αστάθεια λόγω διάψευσης των προσδοκιών της αγοράς ότι η επόμενη κυβέρνηση -είτε είναι μία αυτοδύναμη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, είτε μία συγκυβέρνηση αυτής και του οποιοδήποτε φορέα της κεντροαριστεράς- θα τύχει μεγαλύτερης εμπιστοσύνης των δανειστών και των διεθνών αγορών ενισχύοντας την ανάπτυξη. Ακόμη και αν επαληθεύονταν οι σημερινές θετικές προσδοκίες της αγοράς για την επόμενη κυβέρνηση, αυτή θα καλούνταν να αναπτύξει την ατζέντα της και την πολιτική της συνεχώς βαλλόμενη από αριστερά αλλά και από δεξιά, αντιμετωπίζοντας συνεχές ρίσκο διαρροής στελεχών προς τα δεξιότερα (ή σε περίπτωση συγκυβέρνησης και προς τα αριστερότερα) του πολιτικού φάσματος σε κάθε δύσκολη στιγμή της στη Βουλή. Για να μην αναφερθούμε στη μάχη με το εγκαθιδρυμένο  καθεστώς ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στο δημόσιο τομέα που θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζει καθημερινά η οποιαδήποτε επόμενη κυβέρνηση, τουλάχιστον στα πρώτα ένα-δύο χρόνια της.

Το προσεχές συλλαλητήριο της Αθήνας μπορεί να αποτελέσει την πλέον καθοριστική στιγμή (ειδικά σε περίπτωση επαλήθευσης της αιματηρής πρόβλεψης που διετύπωσαν οι Ρουβίκωνες). Πάντως, με δεδομένη  -βάσει των δημοσκοπήσεων- την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και την μη είσοδο των ΑΝ.ΕΛ. στη Βουλή στις επόμενες εκλογές, το σενάριο που περιγράφεται παραπάνω αποτελεί μία από τις καλύτερες προοπτικές στις οποίες μπορούν να προσβλέπουν τα στελέχη της σημερινής συγκυβέρνησης, όπως ίσως και αρκετά στελέχη της σημερινής αντιπολίτευσης. Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό τοπίο ο ρόλος του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας αναπόφευκτα θα ενισχυθεί. Ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής από όλους τους βασικότερους εμπλεκόμενους θα καθίστατο απαραίτητο. Ακόμη και αν αυτός -και οι παρά αυτόν- μας είχαν σπρώξει στον κατήφορο καιρό πριν…