Την γνωρίζουμε καλά τη Συνθήκη της Λωζάνης;

Αν όχι, ίσως το παρακάτω κείμενο θα μπορούσε να αποδειχθεί διαφωτιστικό
Την γνωρίζουμε καλά τη Συνθήκη της Λωζάνης;

Επειδή πολύς λόγος έγινε τις προηγούμενες μέρες σχετικά με τη Συνθήκη της Λωζάνης, θα προσπαθήσω σε λίγες γραμμές να καταγράψω κάποιες βασικές παραμέτρους της, ως μια προσπάθεια να αντιμετωπίζεται με ρεαλισμό και ψυχραιμία. Ας δούμε λοιπόν τις κυριότερες FAQs που την αφορούν.

 

Πώς φτάσαμε στη Συνθήκη;

Η εν λόγω συμφωνία του 1923 αποτελεί ουσιαστικά μια -ευνοϊκή για την Τουρκία- τροποποίηση της Συνθήκης των Σεβρών του 1919, η οποία ήρθε ως συνέπεια των στρατιωτικών νικών του Μουσταφά Κεμάλ επί Ελλήνων και Αρμενίων, όπως και ως αντίδραση στην τουρκοσοβιετική προσέγγιση του 1920.

 

Τι ρυθμίζει αυτή;

Η Συνθήκη (μαζί με κάποια πρόσθετα πρωτόκολλα) κλείνει τις εκκρεμότητες του ιταλοτουρκικού πολέμου του 1911, των βαλκανικών πολέμων 1912-13, και της βρετανικής εισβολής στην Παλαιστίνη και στην αραβική χερσόνησο το 1918. Το όλο κείμενο έχει ευρύτατη θεματολογία, αφορούσα το ύψος των δασμών που θα επιβάλλει το τουρκικό κράτος στις εισαγωγές του, τα δικαιώματα Λίβυων και Τυνήσιων, το εμπόριο με την Αίγυπτο, ακόμη και τα οφειλόμενα από την Βρετανία ποσά για πολεμικά πλοία που προπληρώθηκαν μα δεν παραδόθηκαν. Ρυθμίζονται δηλαδή τα θέματα δικαιωμάτων των μειονοτήτων, η αποδοχή του διεθνούς δικαίου εκ μέρους της Τουρκίας, το καθεστώς των Στενών, και φυσικά τα εξωτερικά σύνορα του νεοσύστατου κράτους, διαδόχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

 

Ειδικά για τα ελληνοτουρκικά τί ρυθμίζει;

Στη Συνθήκη περιγράφεται σαφώς η διαδικασία ανταλλαγής των πληθυσμών βάσει θρησκεύματος, οι εξαιρέσεις της ανταλλαγής, ζητήματα των περιουσιών των υπό ανταλλαγή υπηκόων, η χάραξη των συνόρων και ζητήματα στρατιωτικά.

 

Για όσα αναφέρει ο Ερντογάν, τί ισχύει;

Για την αποστρατιωτικοποίηση: Όντως απαγορεύονται στρατεύματα στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, ενώ 30 χιλιόμετρα εκατέρωθεν του Έβρου προβλέπονται 2.500 ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες για την Ελλάδα και 5.000 για την Τουρκία.

Για τα μικρά νησιά/γκρίζες ζώνες: Δεν κατονομάζονται επακριβώς στη Συνθήκη, όμως αντίθετα κατονομάζονται επακριβώς τα νησιά που επεστράφησαν, δηλαδή η Ίμβρος και η Τένεδος, όπως φυσικά και τα μεγάλα.

Για τις μειονότητες: Εξαιρέθηκαν οι 125.000 Έλληνες της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου, και αντίστοιχα οι 110.000 Μουσουλμάνοι (ασχέτως εθνότητας) της δυτικής Θράκης. Τα δύο κράτη ανέλαβαν την ευθύνη της προστασίας των νόμιμων δικαιωμάτων τους υπό συνθήκες ισονομίας. Ειδικά για τον Μουφτή, η εκλογή του δυστυχώς πράγματι προβλέπεται από την Σύμβαση των Αθηνών του 1913 (αφορούσε ζητήματα του Α’ Βαλκανικού πολέμου), της οποίας οι σχετικές διατάξεις ενσωματώθηκαν στη Συνθήκη των Σεβρών.

 

Γιατί την υπογράψαμε;

Επειδή δε γινόταν αλλιώς. Είχαμε σχεδόν δύο εκατομμύρια πρόσφυγες, τη δημιουργία κρατικών δομών στην απελευθερωμένη βόρεια Ελλάδα, μια οικονομία σε κακά χάλια και μεγάλη εσωτερική πολιτική αστάθεια. Το να βρισκόμασταν σε μία παρατεταμένη ψυχρή αντιπαράθεση με τους Τούρκους (ανάλογη αυτής που διεξάγεται από το 1974) δεν ήταν ανεπιθύμητο, μα απλά αδύνατο. Ίσως σε κάποια θέματα θα έπρεπε να είχαμε φανεί πιο προνοητικοί, όμως σε γενικές γραμμές κάπως έτσι θα τα συμφωνούσαμε.

 

Οι Τούρκοι πώς την αντιμετώπισαν;

Όσο κι αν ίσως σας φανεί περίεργο, πολλοί από τους γείτονές μας την θεώρησαν αποτυχία. Η απόλυτη ήττα και διάλυση του ως τότε νικηφόρου ελληνικού στρατού είχε κάνει πολλούς  να πιστεύουν πως η υλοποίηση των στόχων του μαξιμαλιστικού Εθνικού Όρκου του Ιανουαρίου 1920 ήταν εφικτή. Όμως αυτό δε συνέβη: η Τουρκία έχασε οριστικά το βόρειο Ιράκ, τα συριακά εδάφη, τα Δωδεκάνησα, μεγάλο μέρος της Θράκης, την Κύπρο και την κεντρική και ανατολική Μακεδονία.

 

Τελικά, η Συνθήκη της Λωζάνης ισχύει ακόμη;

Ασφαλώς και ναι, καθώς αφορά το σύνολο των συνοριακών διευθετήσεων της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας. Η μόνη νόμιμη τροποποίησή της είναι η συνθήκη του Μοντρέ του 1936, η οποία και επέβαλε το ισχύον καθεστώς διέλευσης και ασφάλειας των Στενών. Όσον αφορά όμως τα ελληνοτουρκικά, οι παραβάσεις είναι αρκετές. Κατ’αρχήν η ίδια η Σύμβαση των Αθηνών καταπατήθηκε το 1914, όταν οι Νεότουρκοι ξεκίνησαν τους διωγμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Μετά, το 1942, οι Πολίτες αντιμετωπίστηκαν ως υπήκοοι μειωμένου κύρους, κατάσταση που έλαβε βίαιες διαστάσεις στα Σεπτεμβριανά του 1955, με αποτέλεσμα την σμίκρυνση της κοινότητας τους σε λιγότερες από 2.000 ψυχές, κυρίως ηλικιωμένους. Όλα αυτά είχαν συνέπειες όσον αφορά το ζήτημα της Μουφτείας και των περιουσιακών δικαιωμάτων των Ελλήνων μουσουλμάνων της Θράκης (θέμα που έκλεισε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης). Μετά δε και την Κύπρο, αναπόφευκτα εξοπλίστηκαν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Πάντως αξίζει να σημειωθεί ότι ο αμερικανικός παράγοντας δεν αντέδρασε ποτέ στην «παράνομη» τοποθέτηση στρατευμάτων στον Έβρο και στη Λήμνο, αφού τα θεωρούσε αναγκαία για την άμυνα κατά του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

 

Και τώρα, τί μέλλει γενέσθαι;

Πρέπει να καταλάβουμε ότι η συνθήκη των Σεβρών υπεγράφη σε μια χρονική στιγμή όταν Ελλάδα και Τουρκία χαρακτηρίζονταν από πληθυσμιακή, οικονομική και στρατιωτική συνάφεια. Οι ναυτικά ισχυροί Έλληνες δεν έβλεπαν πρόβλημα στην ανυπαρξία χερσαίων δυνάμεων στα νησιά, θεωρούσαν δε τους δραστήριους Πολίτες ως απόλυτα αναγκαίους για την τουρκική οικονομία. Ο Β’ ΠΠ και ο εμφύλιος επέτρεψαν στην Τουρκία να παραβιάσει ατιμώρητη τη Συνθήκη. Η πληθυσμιακή της γιγάντωση, από κοινού με την πρόσφατη ραγδαία οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση της αναπόφευκτα την ενθαρρύνουν να κινηθεί περαιτέρω αναθεωρητικά, και να επιβάλει το δίκαιο του ισχυρότερου, πράγμα που παρατηρούμε σε όλη την περιφερεια της. Κι εμείς? Εμείς πρέπει να ενισχύσουμε την παραμελημένη άμυνα μας, να εμφυσήσουμε φιλοπατρία στους ζαμανφουτίστες νέους μας, να φανούμε αξιόπιστοι σύμμαχοι των δυτικών δυνάμεων και του Ισραήλ, και να κερδίσουμε χρόνο, με την ελπίδα είτε η Τουρκία να αυτοκαταστραφεί λόγω του μεγαλοϊδεατισμού της, είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση να δει τα ελληνικά σύνορα ως κοινά και απειλούμενα. Κι αυτό είναι το πιο έξυπνο, άρα και το πιο πατριωτικό. Ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι ούτε η Επανάσταση του ’21, ούτε οι νίκες του 1912 θα είχαν επιτευχθεί χωρίς έξυπνες συμμαχίες.

 

Φωτογραφία: Wikipedia