Θα απευθυνθούμε επιτέλους στους νέους;

Η επανένταξη τους στo πολιτικό γίγνεσθαι είναι ίσως το πιο κρίσιμο προαπαιτούμενο
Θα απευθυνθούμε επιτέλους στους νέους;

«Όταν λοιπόν κύριε Φάνη ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της εταιρείας και η περιγραφή της θέσης εργασίας, έπεσε σιωπή. Οπότε κι εγώ ρώτησα το αυτονόητο, δηλαδή ποιές θα είναι οι αποδοχές μου».  Η συζήτηση με την τελειόφοιτο της Νομικής για κάποια πρόταση πρακτικής σε εταιρεία συμβούλων δε μου δίδαξε κάτι καινούργιο. Ξέρω καλά ότι οι νέοι μας μόνο χαζοί δεν είναι. Είναι γεγονός ότι κατά κανόνα δε χαρακτηρίζονται πανεπιστήμονες, είναι γεγονός ότι συχνά βρίσκονται σε σύγχυση γύρω από τα αίτια της σύγχρονης πραγματικότητας (όπως φυσικά και οι περισσότεροι «μεγάλοι»), όπως είναι επίσης γεγονός ότι γνωρίζουν το συμφέρον τους και δε πιάνονται εύκολα κορόιδα. Η ανελέητη συνεχής έκθεσή τους στη σκληρή όψη των πραγμάτων τους έχει κάνει κάπως κυνικούς αλλά και ξύπνιους, ανθρώπους της πράξης και όχι των θεωριών.

 

Οι ηλικίες από 17 ως 30 έχουν σχεδόν γυρίσει την πλάτη στην Ελλάδα,  στους θεσμούς της, στην ιστορία της, στην παραγωγή της, στις πολιτικές αντιπαραθέσεις της, στο μέλλον της. Αγαπούν τις ακρογιαλιές και τα γλέντια της, αγαπούν τους φίλους και συγγενείς τους, όμως ασφυκτιούν. Έχουν πια πειστεί ότι τούτος ο τόπος δε στρώνει με τίποτα, κι απλά έχουν σηκώσει τα χέρια. Προσπαθούν να περνούν όσο καλύτερα γίνεται, και ζουν για το σήμερα και μόνο γι αυτό. Όσοι μπορούν φεύγουν έξω, ελπίζοντας (βάσιμα) πως στα «κανονικά» δυτικά κράτη θα έχουν την ευκαιρία να προκόψουν και να ζήσουν ευτυχισμένοι. Όσοι πάλι παραμένουν δεσμεύονται στην καθημερινή επιβίωση, θεωρώντας άνευ ουσίας έννοιες όπως «πρόνοια», «ασφάλεια», «ρομαντισμός» «νομιμοφροσύνη», «αφοσίωση», «περιουσία». Άλλωστε ακόμη και τα πατρικά τους συχνά απειλούνται με κατασχεση. 

 

Τα παιδιά αυτά δεν έγιναν έτσι λόγω της Κρίσης ούτε συνιστούν ελληνική ιδιαιτερότητα, ο Γολγοθάς που ανεβαίνουμε απλώς αύξησε τον αριθμό τους, καθιστώντας τους πλειοψηφία στη γενιά τους. Η μηδενιστική τους οπτική αποκαλύφθηκε στα Δεκεμβριανά του 2008, όταν ξέσπασαν μετά τη συνειδητοποίηση ότι το μέλλον τους θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα χειρότερο από εκείνο των γονιών τους. Σήμερα έχουν πια αποδεχθεί ότι θα δουλεύουν πολύ, ότι θα αμείβονται λίγο, ότι θα βρίσκονται σε διαρκή ανασφάλεια, ότι δε θα ξενοιάσουν ούτε στα γηρατειά τους. Το ότι όμως το έχουν αποδεχθεί δε σημαίνει ότι χαίρονται κιόλας. Αυτό που ξέρουν είναι πως κάτι είναι στραβό, πως κάτι έγινε λάθος, και πως κάποιος φταίει γι αυτό το λάθος. Κι αυτός ο «κάποιος» για τους τωρινούς Έλληνες νέους είναι το υφιστάμενο σύστημα, οι ζωτικές λειτουργίες του οργανισμού που ονομάζεται Ελλάδα.

 

Έχουν άδικο; Φοβάμαι πως όχι. Οι πραγματικότητες της Παγκοσμιοποίησης θέτουν σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή κάθε προηγμένου κράτους, όμως η δική μας παθητική αντιμετώπιση ξεχωρίζει. Βλέπαμε την επερχόμενη λαίλαπα και στηλώσαμε τα πόδια οι αφελείς. Δε προσπαθήσαμε να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα μας για να μη θιγούν τα κεκτημένα κάποιων ομάδων συμφερόντων. Επιτρέψαμε στην έργω και λόγω αντίδραση των πιο συντηρητικών δυνάμεων (της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένης) να καθορίσει τις εξελίξεις. Στρώσαμε το έδαφος για την κυριαρχία του πιο απροκάλυπτου λαϊκισμού, του πιο ασύστολου ψεύδους και της πιο ανερυθρίαστης  προπέτειας. Είμαστε ακούσια υπεύθυνοι για την συνολική απαξίωση της Δημοκρατίας και της μετριοπάθειας.

 

Σήμερα, όλοι όσοι έχουμε αντιληφθεί τα σφάλματα προσπαθούμε πανικόβλητοι να περισώσουμε ό,τι μπορούμε, μα στην προσπάθεια αυτοί ελάχιστοι νέοι συμμετέχουν. Έχοντας αποδεχθεί ως αλήθεια το σύνθημα «οι παλιοί κατέστρεψαν τη χώρα», συντελούν άθελά τους στην πραγματική ισοπέδωση όσων θετικών (και είναι ακόμη πολλά) διαθέτει η Ελλάδα. Δεδομένου όμως ότι η συνετή αντιπολίτευση δεν έχει την πολυτέλεια να σχεδιάσει μια σκέτη εκλογική επικράτηση αλλά μια εκ βάθρων εθνική ανασυγκρότηση, είναι υποχρεωμένη να κερδίσει τους νέους, και μάλιστα να τους κινητοποιήσει θετικά.

 

Είναι υποχρεωμένη να τους πλησιάσει μέσα από τα δικά τους κανάλια, μέσα από τα δικά τους σύμβολα και να τους εμφυσήσει έναν νέο πατριωτισμό. Είναι υποχρεωμένη να αφουγκρασθεί την αληθινή αγωνιζόμενη νεολαία κι όχι μερικούς κομψευόμενους παρεπιδημούντες στα κομματικά γραφεία. Στη Θεσσαλονίκη παρακολουθώ τελευταία έναν ανερχόμενο πολιτικό να έχει πιάσει το νόημα και να πραγματοποιεί μικρά επικοινωνιακά θαύματα, κυρίως χάρη στο μεράκι του. Θα βρει μιμητές;