Σύγχρονες πολιτικές απασχόλησης και ανταγωνιστικότητα

Μια ανάλυση της σημερινής κατάστασης στην ελληνική αγορά εργασίας
Σύγχρονες πολιτικές απασχόλησης και ανταγωνιστικότητα

Συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από τότε που η Ελλάδα εντάχθηκε στους μηχανισμούς στήριξης και είναι γεγονός πως η ένταξη αυτή συνοδεύτηκε από την βίαιη επιβολή μίας ανελαστικής οικονομικής πολιτικής που καθήλωσε την πραγματική οικονομία και δημιούργησε ύφεση, καθηλώνοντας πλήρως την εσωτερική ζήτηση.
Είναι προφανές πως οι σχεδιαστές της υφεσιακής πολιτικής που ασκήθηκε στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια αγνόησαν ένα βασικό αξίωμα της οικονομικής θεωρίας, την παραδοχή ότι η οριακή ροπή προς την κατανάλωση είναι μεγαλύτερη στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Με απλά λόγια ότι οι έχοντες μικρά και μεσαία εισοδήματα κατευθύνουν τα χρήματα τους σχεδόν αποκλειστικά στην κατανάλωση με σκοπό να καλύψουν βασικές ανάγκες επιβίωσης και διατήρησης ενός στοιχειώδους βιοτικού επιπέδου, δίνοντας ώθηση με αυτόν τον τρόπο στην αγορά και την πραγματική οικονομία, αυξάνοντας ταυτόχρονα θέσεις εργασίας, ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικά έσοδα.   

Είναι προφανές επίσης πως το πρόγραμμα προσαρμογής από την αρχή είχε στόχο να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μέσα από την μείωση του μισθολογικού κόστους, βάση του γραμμικού κανόνα προσφοράς και ζήτησης. Όμως η δραματική συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης -και κατά συνέπεια του επιπέδου κατανάλωσης των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων- σε μία οικονομία που είχε σχεδόν αποκλειστικά αναδιανεμητικό χαρακτήρα όπως ήταν η ελληνική, είχε αποτέλεσμα την καθήλωση της εσωτερικής ζήτησης και την δραματική αύξηση του επιπέδου της ανεργίας.
Δυστυχώς το πρωτοφανές για την μεταπολεμική περίοδο ποσοστό υψηλής ανεργίας, της οποίας ο ρυθμός ανόδου δεν έχει αναχαιτιστεί, προκαλεί ήδη πολλαπλές αρντικές συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα αλλά και στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, καθώς έχει τεράστιες επιπτώσεις στην καθημερινότητα και το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, επηρεάζοντας και άλλες παραμέτρους, όπως η εσωτερική ζήτηση και κατανάλωση, ο εσωτερικός τουρισμός, η μείωση των φορολογικών εσόδων και των ασφαλιστικών εισφορών.

Πρόσφατες έρευνες άλλωστε αποδεικνύουν πως το 50% και πλέον των επίσημα καταγεγραμμένων ανέργων είναι μακροχρόνια άνεργοι. Είναι επίσης εμπειρικά αποδεδειγμένο πως όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος ανεργίας, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες  οι μακροχρόνια άνεργοι να τεθούν οριστικά εκτός αγοράς εργασίας και να περιθωριοποιηθούν οικονομικά και κοινωνικά καθώς σταδιακά απαξιώνονται τα προσόντα, τα εφόδια και οι εργασιακές τους δεξιότητες.
Παράλληλα έχει πρακτικά επισημανθεί πως το χαμηλό μισθολογικό κόστος συχνά δεν αποτελεί κίνητρο για την πρόσληψη των μακροχρόνια ανέργων με αποτέλεσμα το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό της μακροχρόνιας ανεργίας (που αποτελεί και τον σκληρό πυρήνα της διαρθρωτικής ανεργίας) να εμποδίζει την πραγματική οικονομία σε μία δυνητική βελτίωση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών δεδομένων.

Αναμφίβολα  η λεγόμενη παγίδα ανεργίας αποτελεί το σημαντικότερο διαρθρωτικό πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα, καθώς το φαινόμενο αυτό ουσιαστικά σημαίνει πως η ελληνική οικονομία αδυνατεί να αξιοποιήσει το δυναμικότερο τμήμα του ενεργού πληθυσμού.
Αμεσότερη ίσως επίπτωση αυτής της εξέλιξης είναι η μαζική φυγή πολλών νέων σε άλλες χώρες που μοναδικό σκοπό έχει την αναζήτηση μιας θέσης εργασίας.

Δυσχερής απόρροια αυτής της εξέλιξης είναι η μακροπρόθεσμη απώλεια της ανταγωνιστικότητας καθώς η παραγωγή καινοτόμων ιδεών και το άνοιγμα σε νέες αγορές προϋποθέτει υψηλό μορφωτικό επίπεδο και τεχνογνωσία που η Ελλάδα σταδιακά στερείται.
Βασική προτεραιότητα μιας σύγχρονης και μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η αναχαίτιση και η αντιστροφή του φαινομένου στο πλαίσιο ακριβώς του ευρύτερου ανασχεδιασμού της δημοσιονομικής και της δημόσιας πολιτικής για την αντιμετώπιση της ανεργίας.
Μία πρώτη επιλογή θα ήταν η χρηματοδότηση της πρακτικής άσκησης των αποφοίτων πανεπιστήμιων και ΤΕΙ ή των κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων για έναν ολόκληρο χρόνο. Αλλά και μία ανάλογη χρηματοδότηση για την ένταξη ή την επανένταξη στην αγορά εργασίας των μακροχρόνια ανέργων.

Δυνητικά λοιπόν η άμεση σύνδεση νέων με το εργασιακό περιβάλλον μπορεί να αποτελέσει την γέφυρα για την μετάβαση σε μορφές πλήρους απασχόλησης καθώς νέοι και μακροχρόνια άνεργοι θα έχουν την δυνατότητα να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία και να αναπτύξουν τις ικανότητες και τις δεξιότητες τους σε πραγματικές εργασιακές συνθήκες.
Εύκολα γίνεται αντιληπτό λοιπόν πως η αναχαίτιση της ύφεσης, η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας και η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι μονοδιάστατες αλλά αντίθετα είναι εξαιρετικά περίπλοκες καταστάσεις που στο επίκεντρο τους οφείλουν πάντα να έχουν τον άνθρωπο, την κοινωνία και τις ανάγκες της.