Σε αναζήτηση κόκκινης γραμμής

Οι επίθεσεις κατά του Μπουτάρη και του ΣτΕ επαναφέρουν στην επιφάνεια τον πραγματικό εσωτερικό εχθρό
Σε αναζήτηση κόκκινης γραμμής

Οι διαβόητοι Ρουβίκωνες σε νέα κατορθώματα, βεβηλώνοντας πλέον και το ΣτΕ. Αμέσως πριν, οι παλιοί μας γνώριμοι, οι ουσιαστικά απολιτικοί Αγανακτισμένοι, ξανάκαναν δυναμικά την εμφάνισή τους. Το 2011 είχαν την «μπότα των τοκογλύφων» ως αφορμή τους, η δε πλατεία Συντάγματος ήταν το γήπεδο τους, όπου έπεσαν θύματά τους οι Χατζηδάκης, Λοβέρδος και Κουμουτσάκος. Το 2018 προβάλουν πλέον το μίσος τους από τη Θεσσαλονίκη, τόπο με υψηλό συμβολισμό όσον αφορά τους εξωτερικούς κινδύνους, μικρούς και μεγάλους. Τα περί θυμού για το γκέη πράηντ  και για τις -ομολογουμένως ατυχέστατες- δηλώσεις του Μπουτάρη σχετικά με την ποντιακή γενοκτονία είναι στάχτη στα μάτια, οι δράστες απλά αναζητούσαν μια αφορμή για να προβάλλουν τη δύναμή τους κι ο άτυχος δήμαρχος, ένας άνθρωπος ασθενικός και ηλικιωμένος, εμφανίσθηκε ως δώρο εξ ουρανού. Μέχρι κι ένας ανεγκέφαλος τον έβριζε, ενώ με το άλλο χέρι κρατούσε το κοριτσάκι του. Είναι αίσχος και ντροπή το ότι οι δήθεν πατριώτες καπηλεύθηκαν τη σφαγή των Ποντίων για τους πολιτικούς σκοπούς τους.

Από κείνη τη στιγμή ορισμένοι ισχυρίζονται ότι ο Μπουτάρης προκάλεσε, ίσως ηθελημένα. Επικίνδυνη άποψη. Δεν είναι δυνατό να θεωρείται πρόκληση η αυτονόητη παρουσία ενός αυτοδιοικητικού σε μια τοπική εκδήλωση, ούτε να εξαρτάται η καταδίκη της επίθεσης εναντίον του από την όποια αυτοκριτική του για τις δημόσιες τοποθετήσεις του. Ένας ανεπαρκής δήμαρχος πάει σπίτι του με εκλογές, όχι μέσω νοσοκομείου. Ο δικός μας έχει τα καλά του και τα κακά του, όμως τόσο μίσος εναντίον του δικαιολογείται περισσότερο εξαιτίας του εξωσυμβατικού προφίλ του παρά λόγω των αδιαμφισβήτητων διοικητικών αδυναμιών του. Αν και εχω απογοητευτεί τελείως από το έργο του Μπουτάρη, ομολογώ ότι ο προβοκάτορας βλάχος είναι ο πρώτος τοπικός πολίτικος που εξελέγη σύμφωνα με σύγχρονες αστικές αξιώσεις, και που άρθρωσε έναν λόγο ομολογουμένως φρέσκο.  Ίσως όμως θα έπρεπε να αναλογίζεται περισσότερο σε ποιό κοινό απευθύνεται. Ο φιλελευθερισμός του συχνά εκδηλώνεται ελιτιστικά, όταν ενστερνίζεται με πάθος το -απολύτως αναγκαίο- νέο, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτει επιδεικτικά το παλιό, καταλήγοντας να διχάζει αντί να συνθέτει. Κακά τα ψέματα, ο σεβασμός του κοινού κερδίζεται, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος, και το πολύ συχνά “χύμα” ύφος του Μπουτάρη μάλλον του έχει κάνει περισσότερο κακό, παρά καλό.

Από κει και πέρα, ορισμένοι καλούν εμάς τους Θεσσαλονικείς να παραδεχθούμε κάποιον αποκλειστικό σκοταδισμό, και εδώ θα ήθελα να τους θυμίσω κάποια πράγματα. Σχεδόν 60 χρόνια πέρασαν από τη δολοφονία του Λαμπράκη χωρίς να δούμε θύμα πολιτικής βίας. Δεν είχαμε θύματα τρομοκρατών, Τεμπονέρες, νεκρούς στη Μαρφίν, Φύσσες, πυροβολημένους Χρυσαυγίτες.  Στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχουν φαινόμενα όπως ο έλεγχος του Περάματος από την ΧΑ, ή αντίστοιχα των Εξαρχείων από τους αναρχικούς.  Το -υπαρκτό- τοπικό οργανωμένο έγκλημα δεν ακούγεται ούτε για φόνους, ούτε για μεγαλοεισαγωγές ναρκωτικών, ούτε για λαθρεμπόριο καυσίμων. Τα περιστασιακά εθνικά κηρύγματα του Άνθιμου δε συγκρίνονται με τις κορώνες του Πειραιώς και του Καλαβρύτων, ούτε ο τοπικός μητροπολίτης “ευλόγησε” ποτέ του βίαιη αντίδραση, όπως κάποτε ο Μεσογαίας για την Κερατέα.  Η πόλη μας δεν εξέλεξε ποτέ της δήμαρχο βάσει αθλητικών προσόντων, αν και ομολογουμένως ευνοεί τις όμορφες βουλευτίνες. Ο Παπαγεωργόπουλος δεν ήταν ο πρώτος δήμαρχος που -δικαίως- τιμωρήθηκε για ατασθαλίες, ούτε ο πρώτος που κατηγορήθηκε για διαφθορά κι όπως πάμε, ούτε ο τελευταίος. Και τέλος, εδώ δεν έχουμε δει ούτε οργανωμένα, ούτε «αυθόρμητα» ξεσπάσματα κατά μεταναστών. Αν όλα αυτά συνδυαστούν με το 58% που έλαβε ο Μπουτάρης στον τάχα συντηρητικό δήμο Θεσσαλονίκης, τότε τα γνωστά κλισέ καταρρίπτονται άμεσα.

Όλα αυτά φυσικά δε σημαίνουν πως ζούμε μέσα στην τελειότητα, μα αντίθετα αποτελούν πολύ δυνατά καμπανάκια επαγρύπνησης για όλους τους κατοίκους της πόλης, σώφρονες και κυρίως ενωμένους. Άλλωστε, μπορεί άλλοι να απολαμβάνουν τις λιτανείες, άλλοι τα συλλαλητήρια, άλλοι τα street parties, άλλοι τους μαραθώνιους κι άλλοι τα γκέη πράηντ, όμως όλοι είμαστε γείτονες. Συνεπώς, να μας λείπει η αυτομαστίγωση ως νέα μορφή κομπλεξικού επαρχιωτισμού. Η απειλή του μαυροκόκκινου παρακράτους είναι ξεκάθαρα διάχυτη σε όλη τη χώρα, και οι μπερδεμένοι, οι κάφροι κι οι τραμπούκοι βρίσκονται παντού, αφιονισμένοι από τυφλό μίσος, φτάνοντας ακόμη και να εισβάλουν στα ανώτατα δικαστήρια. Ωστόσο, μέσα στους Ρουβίκωνες και στην ΧΑ κρύβονται φοβισμένοι άνθρωποι, αυτοί που μέσα σε μια ομάδα νοιώθουν Τσε Γκεβάρα ή Παύλος Μέλας, αλλά μονάχοι τους είναι… Μικροί Μήτσοι. Αυτοί που από τη μια στηλιτεύουν τη διαφθορά, κι από την άλλη ψάχνουν βύσμα για να σβήσουν μια κλήση. Που διαμαρτύρονται για έλλειμμα δημοκρατίας, ενώ γλυκοκοιτάζουν τον Πούτιν. Που καταδικάζουν την αμορφωσιά, και σαν μόρφωση εννοούν τις θεωρίες συνωμοσίας και τους μύθους του Εμφυλίου. Είναι αυτοί που όλα τους φταίνε και όλοι τους αδικούν, ενώ οι ίδιοι είναι αναμάρτητοι.

Η θεαματικά μειωμένη συμμετοχή του κόσμου στις εκλογές, λόγω της δικαιολογημένης απογοήτευσης, προσφέρει σε ακραία μορφώματα την ευκαιρία να βγαίνουν στο προσκήνιο και να κάνουν άνω κάτω το πολίτευμα. Στη συνέχεια, αφού ο κόσμος απογοητεύεται περισσότερο και συμμετέχει ακόμα λιγότερο, τα αντιδημοκρατικά αυτά μορφώματα -συχνά χάρη και σε επιπόλαια μίντια- παρουσιάζονται να εκφράζουν το κοινό αίσθημα,  ξεκινώντας έναν φαύλο κύκλο που σταδιακά καθίσταται κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής. Κάποια στιγμή επιτέλους η περιβόητη άρχουσα τάξη θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της, να τραβήξει μια κόκκινη γραμμή, και οι διάφοροι πωρωμένοι και εκκολαπτόμενοι φασίστες να επιστρέψουν στα λαγούμια τους, διότι είναι ελάχιστοι αν απομονωθούν από τους πολυάριθμους παραπλανημένους Έλληνες. Το να καταδικάζουν οι υγιείς δυνάμεις λεκτικά τέτοια γεγονότα  δεν αρκεί, αντίθετα οφείλουν να βρίσκονται σε επίμονο διάλογο με τους προχθεσινούς “ναιμεναλλάδες”, και να πιέζουν τους κυβερνώντες (αυτούς που άλλοτε καλλιεργούσαν την κοινωνική ένταση) να εφαρμόσουν επιτέλους τον νόμο. Οι ευερέθιστοι δε πρέπει να ξεχνούν πως όταν ξεφεύγει η βία κανείς δε ξέρει πού και πότε θα σταματήσει, ενώ τελικά ωφελούνται μόνο οι υποκινητές των ανεγκέφαλων τραμπούκων. Αν αφήνουμε ανεμπόδιοστο το μίσος -τον αληθινό εσωτερικό εχθρό μας- να μας διχάζει, τότε εμείς οι καθημερινοί άνθρωποι θα την πληρώσουμε. Η τάξη πρέπει επιτέλους να επιβληθεί προς κάθε κατεύθυνση, αλλιώς νομοτελειακά θα γίνουμε Συρία.

 

ΥΓ. Το παραπάνω κείμενο προέκυψε μέσα από τον συχνά θερμό δημόσιο διάλογο πάνω στο γεγονός της επίθεσης κατά του δημάρχου Θεσσαλονίκης