Πολλοί οι υποψήφιοι, όμως η μεγάλη απορία παραμένει

Το ντιμπέιτ για την Κεντροαριστερά δε κατάφερε δυστυχώς να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα παρουσίας της στο πολιτικό σκηνικό
Πολλοί οι υποψήφιοι, όμως η μεγάλη απορία παραμένει

Ολοκληρώθηκε λοιπόν και η δεύτερη τηλεμαχία των υποψηφίων αρχηγών για τον νέο φορέα της Κεντροαριστεράς, δηλαδή του… εγγονιού του Ανδρέα Παπανδρέου. Η διαδικασία ήταν ευπρεπής, η διεύθυνση της διαδικασίας από την Δώρα Αντωνοπούλου άψογη και οι ερωτήσεις ήταν γενικά ενδιαφέρουσες (φυσικά τέθηκαν κάποιες ευνοϊκές όπως πχ αυτή στον Καμίνη περί Χρυσής Αυγής, στον Ανδρουλάκη περί ευρωπαϊκών θεσμών, στον Μανιάτη περί υδρογονανθράκων, στον Ραγκούση περί Καλλικράτη κοκ). Είναι γεγονός πως ο κανονισμός της εκπομπής, ο οποίος προέβλεπε διαφορετικές ερωτήσεις προς τους υποψηφίους,  δυσχέρανε τη δυνατότητα του τηλεθεατή να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Επίσης δινόταν η εντύπωση (πιθανώς ορθή) ότι οι υποψήφιοι ήταν προετοιμασμένοι για τις ερωτήσεις που δέχονταν. Παρόλα αυτά η εκπομπή έριξε λίγο φως στην κατεύθυνση που θα πάρει ο πολιτικός αυτός χώρος μετά τη 12η Νοεμβρίου.

Στο θέμα της συγκυβέρνησης με τη ΝΔ ή με τον ΣΥΡΙΖΑ σαφή θέση υπέρ της Νέας Δημοκρατίας έλαβε ο Κων/νος Γάτσιος, ενώ μάλλον το ίδιο θα πρέπει να συμπεράνουμε και για τον Σταύρο Θεοδωράκη, κρίνοντας από την επίθεση που εξαπέλυσε κατά των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση  βρέθηκε ο Δημήτρης Τζιώτης, ο όποιος τοποθετήθηκε αδιαπραγμάτευτα εναντίον της “Δεξιάς”. Όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι… πέταξαν την μπάλα στην κερκίδα,  μη δίνοντας σαφείς απαντήσεις. Εκεί όπου σχεδόν όλοι ταυτίστηκαν ήταν η απόρριψη του συστήματος της απλής αναλογικής. Επί τούτου διαφοροποιήθηκε ο Απόστολος Πόντας, με προϋπόθεση όμως ένα κατώφλι εισόδου 5%, ο δε Τζιώτης ήταν ασαφής.

Επόμενη ερώτηση που ίσχυσε για όλους ήταν η τελευταία, όταν ρωτήθηκαν για την ταυτότητα του νέου φορέα. Εκεί παρατηρήσαμε τέσσερις τάσεις. Μία του Τζιώτη για αριστερότερα της Αριστεράς. Μια δεύτερη  από τους Ανδρουλάκη και Μανιάτη, η οποία τοποθέτησε τον χώρο στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Τρίτη τάση εκείνη που υιοθετήθηκε από τους περισσότερους, τους Καμίνη, Γάτσιο, Πόντα, Θεοδωράκη και Ραγκούση, οι οποίοι αναφέρθηκαν εκτενώς στους ανθρώπους της εργασίας, στους κανονικούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας, όσοι είναι θύματα της κρίσης χωρίς να έχουν υπάρξει ευνοημένοι του μεταπολιτευτικού συστήματος. Και μία της προέδρου του ΠΑΣΟΚ, η οποία ήταν…. χίλιοι καλοί χωράνε.

Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε το σύνολο των παρευρισκόμενων αφορούσε το πώς θα  λειτουργήσουν οι κοινοβουλευτικές ομάδες ΠΑΣΟΚ και Ποταμιού μετά την εκλογή του νέου αρχηγού. Στην ερώτηση αυτή τοποθετήθηκαν υπέρ της συνένωσης των δύο κοινοβουλευτικών ομάδων οι πολλοί, με αντίθετους τους Φώφη Γεννηματά και Σταύρο Θεοδωράκη, πράγμα αναμενόμενο δεδομένου πως με αυτό τον τρόπο θα ασκούν επιρροή στον επόμενο αρχηγό, αν φυσικά δεν είναι κάποιος από τους δύο.

Οι ερωτήσεις των υπολοίπων θεματικών ενοτήτων γενικά δεν έβγαλαν λαγό. Άξιες αναφοράς στιγμές ήταν η δήλωση της Φώφης Γεννηματά πως στο κέντρο της πολιτικής της βρίσκεται ο άνθρωπος (θυμίζοντας την αντίστοιχη άποψη Μπαλαούρα για τη 17Ν).  Η αποφυγή του Σταύρου Θεοδωράκη να εξηγήσει την πτώση του Ποταμιού. Η σαφής άποψή του Γιάννη Ραγκούση ότι το χρέος του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να μεταβιβαστεί στο νέο φορέα. Η καθαρή τοποθέτηση του Γιάννη Μανιάτη υπέρ του επαναπροσδιορισμού των σχέσεων Εκκλησίας και κράτους. Οι εμφανώς προβαρισμένες τοποθετήσεις Τζιώτη, ο οποίος ουσιαστικά δεν απαντούσε στις ερωτήσεις, ενώ παρέπεμπε συνεχώς στο βιβλίο του. Η αναφορά του δημοσιογράφου Φίλιου Στάγκου στην ‘Ιβανοκρατεία” της Βόρειας Ελλάδας, αλλά και η προβοκατόρικη ερώτηση του ίδιου προς τον Πόντα σχετικά με το πρόσφατο βίντεο που ανέβασε, μια απόλυτη αντιγραφή διαγγέλματος του Kevin Spacey στο House of Cards. Στις ερωτήσεις γενικού περιεχομένου όλοι τους μίλησαν για αξιοκρατία, πάταξη της διαφθοράς, σύγχρονο ανταποδοτικό κράτος, στήριξη στους μικρομεσαίους και πρόσκληση επενδύσεων (θετικό), χωρίς όμως να γίνουν σαφείς (αρνητικό).

Αν θέλουμε να επιχειρήσουμε μία κατάταξη βάσει αποτελέσματος, καλό θα ήταν να χωρίσουμε τους υποψηφίους σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία βρίσκονται οι Γεννηματά, Θεοδωράκης, Καμίνης και Ανδρουλάκης, αν τουλάχιστον κρίνουμε από την προβολή που λαμβάνουν, από το πάθος των πολυάριθμων δηλωμένων υποστηρικτών τους και από κάποια γκάλοπ που έχουν ως τώρα κυκλοφορήσει. Η  κα Γεννηματά έκανε αρχηγική εμφάνιση, προβάλλοντας το θεωρούμενο έργο της ως αρχηγός, ο λόγος της όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανανεωτικός αλλά μάλλον ξύλινος. Ο Σταύρος Θεοδωράκης ήταν από τους ελάχιστους χαμογελαστούς, ήταν άνετος, δεν έχει βρει όμως ακόμη τρόπο να διαχειριστεί τα της ανόδου και πτώσης του Ποταμιού. Ο Γιώργος Καμίνης έμοιαζε κάπως αμήχανος, απέφυγε όμως να κάνει κάποιο λάθος, με πιθανή εξαίρεση την απαίτηση του να του δοθεί η πρωθυπουργία ακόμη και αν  το κόμμα του έρθει  τρίτο. Τέλος ο Νίκος Ανδρουλάκης προέβαλε κυρίως την Ευρωπαϊκή του εμπειρία, ενώ ήταν επίσης ιδιαίτερα χαλαρός. 

Ακριβώς από κάτω θα βάζαμε τους  δύο Γιάννηδες, Ραγκούση και Μανιάτη.  Και οι δύο εξέπεμπαν σιγουριά και εμπειρία, όμως κανείς τους δεν κατάφερε να… ανέβει κατηγορία.  Και τέλος στην τρίτη κατηγορία οι τζούνιορ, οι Πόντας, Τζιώτης και Γάτσιος. Ο πρόεδρος της ΕΔΕΜ, αν και συμπαθής, δε κατάφερε να δικαιολογήσει τη συμμετοχή του στην κούρσα.  Ο πρώην επικοινωνιολόγος του Αθήνα 2004, πρώην υποψήφιος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ το 2007 και πρώην -ξανά- επικοινωνιολόγος του ΣΥΡΙΖΑ εξέπεμπε μονολιθική αυστηρότητα, γνώρισμα όχι ταιριαστό σε κόμμα που εκ των πραγμάτων θα είναι πολυσυλλεκτικό. Ο δε πρώην πρύτανης του οικονομικού Πανεπιστημίου είχε τόσο κεντρώες και οικονομικά φιλελεύθερες θέσεις, ώστε ν’ απορεί κανείς για την παρουσία του στην διεκδίκηση.

Γνώμη μας είναι ότι εάν υπάρχει ένας νικητής σ΄αυτό το ντιμπέιτ, αυτός είναι ο Γάτσιος. Επέδειξε πάθος, γνώσεις, και σιγουριά για τις θέσεις του, δίνοντας την εντύπωση στα λίγα λεπτά που του δόθηκαν ότι ήταν ο μόνος ο οποίος όχι μόνο ήθελε να αλλάξουν πράγματα, μα είχε και άποψη για το πώς αυτά θα αλλάξουν. Από κει και πέρα, στην κατηγορία των… μεγάλων, η πείρα τους προστάτευσε από κακοτοπιές, κι αν μη τι άλλο απέδειξαν πως όλοι τους κατέχουν το σύγχρονο ελληνικό πολιτικό παιχνίδι. Τώρα οι ψηφοφοροι θα τους ζυγίσουν βάσει του έργου τους και της ικανότητας τους να γεννήσουν ελπίδα. Οι δύο επόμενες βδομάδες θα κρίνουν το αποτέλεσμα, και το αποτέλεσμα εν μέρει θα κρίνει το κοντινό μέλλον της χώρας.