Περί επιχειρηματικής και επιστημονικής εκπροσώπησης

Γκρινιάζουμε μεν για την λειτουργία επιμελητηρίων και συλλόγων, όμως τί κάνουμε γι αυτό;
Περί επιχειρηματικής και επιστημονικής εκπροσώπησης

Φέτος κλείνει ένας κύκλος που ξεκίνησε το 2003, όταν εκλέχτηκα για πρώτη φορά στη διοίκηση ενός φορέα εκπροσώπησης του επιχειρείν. Είναι για μένα κάτι το δυσάρεστο, μα ηθικά αναγκαίο, καθώς τα επιχειρηματικά μου δεδομένα έχουν πλέον διαφοροποιηθεί πλήρως. Στη διαδρομή αυτή των 14 ετών ομολογουμένως είδα αρκετά και άκουσα περισσότερα. Με αφορμή λοιπόν τις υπο διεξαγωγή εκλογές των επαγγελματικών επιμελητηρίων και των δικηγορικών συλλόγων, θα προσπαθήσω με λίγες γραμμές να σας μεταφέρω και όσα κατάλαβα.

 

Ακούμε γενικά πως οι θεσμοί αυτοί είναι απαξιωμενοι. Σωστό. Ακούμε πως οι διοικήσεις προωθούν τα δικά τους στενά συμφέροντα. Δε μπορώ να αρνηθώ πως κάποιες φορές αυτό συμβαίνει. Ακούμε πως δεν αφουγκράζονται την αγορά. Σ’αυτό θα διαφωνήσω. Ακούμε πως δεν προσφέρουν ανταποδοτικά οφέλη. Κι αυτό τελικά εξαρτάται από το μεράκι της κάθε διοίκησης. Ακούμε πως όλα αυτά δεν παράγουν έργο, και καλύτερα θα είναι αν καταργηθούν. Με την ίδια λογική, να καταργήσουμε και σχολεία, νοσοκομεία και δικαστήρια επειδή ενίοτε δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις μας. Όταν κάτι χρήσιμο δε δουλεύει σωστά, το επιδιορθώνεις, δε το πετάς. Συνεπώς, το ουσιώδες ερώτημα που ανακύπτει είναι αν τελικά οι φορείς αυτοί είναι χρήσιμοι.

 

Τα επιμελητήρια και οι σύλλογοι (κοινώς οι επαγγελματικοί και επιστημονικοί φορείς εκπροσώπησης) είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, των οποίων βασικές αρμοδιότητες είναι η πιστοποίηση επάρκειας και δραστηριότητας, και η ενημέρωση της Διοίκησης για τα ζητήματα που ταλανίζουν τον κάθε κλάδο. Ταυτόχρονα, μέσω των διαθεσίμων τους αλλά και ευρωπαϊκών πόρων υλοποιούν εκπαιδευτικά προγράμματα που σκοπό έχουν να βελτιώσουν την επαγγελματική απόδοση των μελών. Πώς τα καταφέρνουν λοιπόν με αυτές τις βασικές αρμοδιότητες?

 

Όσον αφορά την επαγγελματική πιστοποίηση, το Γενικό Εμπορικό Μητρώο λειτουργεί γενικά σωστά, οι δε επιστημονικοί φορείς εγγράφουν νέα μέλη μέσω των νόμιμων διαδικασιών, χωρίς ν’ακούγονται ιστορίες για μαμουνιές. Είναι οι προβλεπόμενες διαδικασίες επαρκείς? Μάλλον όχι, όμως γι αυτό την κυρία ευθύνη φέρουν οι κυβερνήσεις. Όσον αφορά την ενημέρωση και επιμόρφωση μελών, εδώ δυστυχώς διαπιστώνουμε συχνά την αδιαφορία των αυτοαπασχολουμένων για τέτοιες δράσεις. Πολλοί προφανώς νομίζουν πως τα ξέρουν όλα, οπότε προτιμούν ενα ουζάκι με κουτσομπολιό από ένα δωρεάν σεμινάριο. 

 

Και πάμε στο ίσως πιο ουσιαστικό, όπου συναντούμε την συνηθέστερη παρανόηση. Η πλειοψηφία των μελών θεωρεί πως όλα αυτά τα ΝΠΔΔ είναι συνδικαλιστικά όργανα, που θα πρέπει να διεκδικούν δυναμικά, με τακτικές παρόμοιες εκείνων των αγροτών και των εργαζομένων σε ΔΕΚΟ. Η παρανόηση αυτή οφείλεται στο ότι κατά καιρούς, κάποιες διοικήσεις λειτουργούν πέρα από όσα προβλέπει η νομοθεσία, επιδεικνύοντας παράτυπη μαχητικότητα, και μάλιστα χωρίς καμμία  αρνητική συνέπεια. Βλέποντας αυτή την παθητικότητα της Πολιτείας έναντι όσων επιδεικνύουν θράσος, εύλογα πολλοί πέφτουν στην πλάνη πως οι διοικήσεις των δικών τους φορέων είναι «πουλημενες».

 

Ακούει όμως το επίσημο κράτος τις ψύχραιμες και έγκυρες φωνές; Κατά κανόνα όχι. Οι εκάστοτε υπουργοί τις τελευταίες δεκαετίες επιλέγουν να διοικούν με τη συνδρομή συνήθως αμφιλεγόμενων συμβούλων και μετακλητών.  Αντί λοιπόν να σχεδιάζουν την στρατηγική τους μέσω των πληροφοριών που λαμβάνουν από τα τα επίσημα κανάλια, προτιμούν εκείνες που τους παρέχουν όσοι παρεπιδημούν στα κυβερνητικά κτίρια. Δεν αντιλαμβάνονται προφανώς ότι αυτά τα πρόσωπα δεν έχουν κάποιο ουσιαστικό κίνητρο να μεταφέρουν την πραγματική εικόνα, παρά μόνο εκείνη που διευκολύνει την προώθηση των δικών τους στενών επιδιώξεων. Και οφείλουμε να παραδεχτούμε πως έτσι λειτουργούν και πολλοί πρόεδροι, οι οποίοι αδιαφορούν για εκείνους που τους προσέφεραν το προνόμιο να μπαινοβγαίνουν χαλαρά στα σημαντικότερα των κυβερνητικών γραφείων. Έτσι όμως δε μπορεί να χαραχτεί σοβαρή εθνική πολιτική.

 

Κι έπειτα είναι τα μέλη των ΔΣ. Τί παίζει με δαύτους; Χονδρικά χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: στους ρομαντικούς, στους ματαιοδοξους, και στους παρτακηδες. Οι ρομαντικοί πιστεύουν ότι μπορούν να διορθώσουν τα στραβά μέσω σοβαρού διαλόγου και συλλογικής προσπάθειας. Οι ματαιόδοξοι θέλουν απλά να νιώθουν πως είναι τμήμα της ελίτ. Τέλος οι παρτάκηδες ενδιαφέρονται για την προσωπικη τους ατζέντα και τίποτε άλλο. Όλοι αυτοί λοιπόν μαζεύονται μια φορά το μήνα, συζητούν ανοιχτά για τις ατομικές τους ανησυχίες, και στο τέλος αναχωρούν, με την απορία αν όντως μπορεί κάτι ν’αλλάξει στη χώρα τούτη.

 

Τώρα που τα διαβάσατε όλα αυτά, πολλοί θα σκεφθείτε ότι δεν υπάρχει λόγος ν’ασχολείστε. Τεράστιο λάθος. Οι κυριότεροι υπεύθυνοι για την απαξίωση και την ασυδοσία που συναντάται στους φορείς της ιδιωτικής εκπροσώπησης είστε όλοι εσείς, με την αποχή σας και με τους κλασικούς αφορισμούς σας για με την ποιότητα των υποψηφίων. Δε σας αρέσουν όσοι ψηφίζονται; Κατεβείτε τότε εσείς στις εκλογές. Δεν έχετε τον απαραίτητο χρόνο; Κανένα πρόβλημα, στηρίξτε μόνο εκείνους που κρίνετε ότι είναι γνώστες των θεμάτων και ότι θα αγωνιστούν για το συλλογικό συμφέρον. Κι αν εκλεγούν οι επιλογές σας, μη τους αφήσετε σε χλωρό κλαρί, ζητάτε τους συνεχή ενημέρωση και μεταφέρετε τους με νηφαλιότητα τις πραγματικές ανάγκες της πιάτσας. 

 

Πάρτε το απόφαση ότι επιμελητήρια και σύλλογοι είναι σήμερα ο πιο διαφανής τρόπος εκπροσώπησης. Δε σας αρέσουν όπως λειτουργούν; Αλλάξτε τα με την ψήφο σας. Αλλιώς να μην παραπονιέστε όταν κάποιοι «κολλητοί» κάνουν τις δουλίτσες τους στα μουλωχτά, κι εσείς μένετε να σχολιάζετε.