Όχι άλλη κιμωλία…

Είναι τα σχολικά χρόνια τα καλύτερα της ζωής μας;
Όχι άλλη κιμωλία…

Όταν πήγαινα εγώ σχολείο, και ειδικά Γυμνάσιο-Λύκειο (το πάλαι ποτέ φυσικά, καθ’ ότι είμαι και σύγχρονη του Καποδίστρια σύμφωνα με τα παιδιά μου), τα πράγματα σαφώς ήταν πολύ διαφορετικά σε σύγκριση με τώρα. Ήταν αναμφισβήτητα διαφορετικά, όχι όμως εντελώς. Σίγουρα ένα από τα κοινά σημεία, αναλλοίωτο στο πέρασμα του χρόνου, είναι εκείνη  η αίσθηση της υπέρτατης, ανίκητης, αποχαυνωτικής β α ρ ε μ ά ρ α ς, που διακατείχε και εξακολουθεί να διακατέχει τους μαθητές, και που πλανάται στον σχολικό αέρα όπως ακριβώς και πριν από 30 χρόνια.

Αν ρωτήσει κανείς έναν μαθητή -ειδικά της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης- πώς νιώθει, 99% θα απαντήσει ένα μακρόσυρτο ΒΑΡΙΕΜΑΙ. Κι αυτό ισχύει για όλων των ειδών τους μαθητές, και για τους κακούς, και για τους μέτριους, και για τους άριστους. Βαριούνται τη ζωή τους και ονειρεύονται την στιγμή που θα κάνουν την προσωπική τους επανάσταση, δηλαδή θα τελειώσουν το σχολείο και θα ησυχάσουν από όλους αυτούς που στα ουκ ολίγα σχολικά τους χρόνια τους κάθονται στο σβέρκο, λέγοντάς τους τί να πιστεύουν, τί να μαθαίνουν, πώς να το μαθαίνουν, τί να γνωρίζουν και πώς να συμπεριφέρονται (και άντε να τολμήσεις να τους πεις εσύ ως γονιός ότι αυτό συνεχίζεται και μετά, εφόσον ζούμε και καλά σε μια ευνομούμενη κοινωνία και οφείλουμε να ακολουθούμε κανόνες που διέπουν τα πάντα, οπότε η επανάστασή τους μάλλον θα αναβληθεί επ’ αόριστον).

Σχολική εκπαίδευση, δημόσια η ιδιωτική δε μας απασχολεί, κουβαλά η καθεμιά τους τις παθογένειές της, και ειδικά σήμερα που ο πάντα πολύπαθος τομέας της Παιδείας βάλλεται κατά ριπάς τόσο από την κλασική ελληνική έλλειψη πολιτικής συνέχειας, όσο και από την πανταχού παρούσα οικονομική κρίση.
Κάποιοι επιλέγουν την πρώτη αναγκαστικά, λόγω περιορισμένων οικονομικών, ή από ιδεολογία. Την ιδεολογία μιας πιο light και -κακά τα ψέματα- ψιλοχύμα εκδοχής της σχολικής ζωής, με σαφώς λιγότερες ώρες, με τη μικρή κλίμακα της γειτονιάς σε πρώτο πλάνο, με τις κοινωνικές συναναστροφές παντός είδους, εντός «real life» εν γένει.

 

Άλλοι επιλέγουν την «ιδρυματοποίηση» της δεύτερης και αυτό επειδή -μόνο λόγω ιδεολογίας- θεωρούν ότι εφόσον μπορούν οικονομικά άρα και οφείλουν να προσφέρουν το καλύτερο στα παιδιά τους (τρελό ελληνικό κατάλοιπο παλιότερων γενιών που μεταβιβάστηκε αυτούσιο). Αυτό σημαίνει μηδενικές χαμένες ώρες διδασκαλίας ένεκα κραταιού συνδικαλισμού, αντικειμενικά μακράν ανώτερο και όσο πιο προστατευμένο γίνεται από «ανάρμοστες συμπεριφορές» περιβάλλον, εμφανής δυνατότητα εξόδου στο εξωτερικό για ανώτερες σπουδές, κοινωνικές γνωριμίες μεθερμηνευόμενες ως κοινωνικό status, συγχρωτισμός με αποκλειστικά όμοιους πάνω-κάτω σε βαθμό εικονικής πραγματικότητας, ή όπως πολύ ορθά το έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ «Στέλνεις το παιδί σ’ένα καλό σχολείο για να κάνει φίλους-τους κατάλληλους φίλους».

Σχολείο γενικώς, ειδικώς, και με όλα τα συμπαρομαρτούντα που αυτό περιλαμβάνει και δεν είναι άλλα φυσικά από  τις ατέλειωτες ώρες φροντιστηρίων και ιδιαίτερων μαθημάτων που το συνοδεύουν. Το πρώτο καταναγκαστικό έργο όλων μας, των τυχερών αυτού του κόσμου δηλαδή, γιατί δεν είναι όλοι τόσο προνομιούχοι σ’ αυτή τη ζωή ακόμα και το σωτήριον έτος 2018.
Μέχρι και το Νηπιαγωγείο σχετικά όλα βαίνουν καλώς, αν και ήδη έχεις αρχίσει να ψυλλιάζεσαι ότι βαθμιαία κάτι αλλάζει στην όλη κατάσταση, όταν ψιλοζορίζεσαι με τα γραμματάκια της αλφαβήτου -τις περίεργες αυτές ζωγραφίτσες- που πρέπει να τα βάζεις στη σειρά (ενώ εσύ το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να παίζεις έξω στην αυλή ή να σου διαβάζουν τα αγαπημένα σου παραμύθια), και φυσικά εξ ορισμού, όταν -θες δε θες- ξυπνάς στα άγρια χαράματα προκειμένου να αρχίσει μια ακόμα ωραία σχολική μέρα, πέντε ατέλειωτες, όπως σου φαίνονται, μέρες την εβδομάδα.

Η-αντικειμενικά- ευλογία της εκπαίδευσης σου λοιπόν αρχίζει από το Δημοτικό, όπου σιγά σιγά αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι πρέπει να κάνεις πράγματα (όχι σα τη Βάνα Μπάρμπα) να μαθαίνεις πράγματα, να ανταγωνίζεσαι τα άλλα παιδάκια και να συγκρίνεσαι αναπόφευκτα μαζί τους γιατί άλλα είναι περισσότερο ή λιγότερο ικανά σ’ αυτό που κάνουν από σένα, να υπακούς στο δάσκαλο/δασκάλα που ενδεχομένως συμπαθείς αλλά μπορεί και όχι (τόσο το χειρότερο για σένα), και το κυριότερο, ταυτόχρονα με όλα αυτά, οφείλεις να κοινωνικοποιηθείς με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Δε μπορείς έτσι απλά να πλακώσεις στο ξύλο τον Γιωργάκη που κάθεται στο πίσω θρανίο και σου τραβάει συνέχεια την ωραιότατη κοτσίδα σου, ας πούμε.

Τα γλέντια αρχίζουν φυσικά στο Γυμνάσιο-Λύκειο. Έχεις μεγαλώσει, μπαίνεις στην εφηβεία, αλλάζεις πάλι περιβάλλον και ξανά φτου κι απ’ την αρχή πρέπει να προσαρμοστείς στις απαιτήσεις, στους πολλούς και διαφορετικούς καθηγητές, στους συμμαθητές, να φανείς αντάξιος των περιστάσεων (τί ασήκωτες κι αυτές οι περιστάσεις), και κυρίως παράλληλα με όλα αυτά να προσπαθείς να βρεις τον εαυτό σου και τί θέλει να γίνει αυτός ο εαυτός όταν μεγαλώσει –ρητορικό το ερώτημα, πολλοί συνομήλικοι μου δεν το έχουν απαντήσει ακόμα.
Είσαι τυχερός αν πέσεις σε καθηγητές που τους αρέσει πραγματικά η δουλειά τους και πιάνουν τα τόσο ξεχωριστά ηχοχρώματα που εκπέμπει ο κάθε μαθητής τους, ώστε να τον εμπνεύσουν να προχωρήσει με βάση τα χαρίσματά του και τα θέλω του. Είναι κοινός τόπος δυστυχώς ότι ένας ανεπαρκής καθηγητής μπορεί άνετα να σε κάνει να μισήσεις ένα μάθημα στο οποίο υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσες να είσαι άριστος. Και φυσικά κάτι τέτοιο μπορεί να αλλάξει όλη την μετέπειτα επαγγελματική πορεία σου, και περαστικά σου.

Επίσης είσαι τυχερός αν έχεις συμμαθητές με τους οποίους μπορείς πραγματικά να συνταιριαστείς, με κοινές ανησυχίες και κοινά ενδιαφέροντα, και αν όντως είναι τέτοιοι ενδεχομένως θα σε συνοδεύουν για δεκαετίες μετά, και θα είναι αυτό που λέμε φίλοι ζωής.
Ο γιος μου, που τώρα πια είναι λυκειόπαιδο, στην πέμπτη δημοτικού κλήθηκε να γράψει μια έκθεση για το πώς του φαίνεται το σχολείο. Μεταξύ άλλων έγραψε ότι του φαίνεται σα φυλακή γιατί έχει κάγκελα στα παράθυρα κι αυτός είναι μέσα ενώ η ζωή είναι έξω, κάτι που μπορεί να απολαύσει μόνο στα διαλλείματα που παρεμπιπτόντως θεωρεί ότι διαρκούν πολύ λίγο. Προέτρεπε μάλιστα τους συμμαθητές του να διαμαρτυρηθούν για την όλη κατάσταση….

Από τότε αλλά και τώρα ακόμα, όταν βλέπω τα παιδιά μου να δυσανασχετούν με την σχολική τους ζωή (κι αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά είναι η αλήθεια) τους λέω ότι τα χρόνια του σχολείου είναι τα καλύτερά τους χρόνια, άλλωστε αυτό άκουγα κι εγώ συνέχεια από τους δικούς μου γονείς, μιας εντελώς διαφορετικής και εν πολλοίς βασανισμένης γενιάς.
Τους το λέω και δεν το πιστεύω φυσικά. Πώς μπορείς να αναπολείς ως καλύτερα τα χρόνια που έπρεπε να λειτουργείς σαν Ferrari με συνεχώς τραβηγμένο χειρόφρενο από άποψη ψυχολογίας και τρόπου λειτουργίας;
Το σχολείο και ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει θα έπρεπε να είναι κάτι άλλο, κάπως αλλιώς, από κάποια άλλη προσέγγιση ενδεχομένως, και όχι σύμβολο καταναγκασμού, καταπίεσης και συνώνυμο της προαναφερθείσας βαρεμάρας.

Ευτυχώς μου μένει πάντα η ελπίδα ότι όταν ξεχάσουν αυτά που έμαθαν εκεί, τότε θα τους μείνει η Παιδεία που χρειάζεται να έχουν στη ζωή τους.