Όταν τρώμε ωραία, τότε ζούμε και ωραία

Δύο απανωτά κείμενα για την Θεσσαλονίκη πυροδότησαν τούτη την καταγραφή σκέψεων
Όταν τρώμε ωραία, τότε ζούμε και ωραία

Το πρώτο τσίγκλισμα το έδωσε ο ανήσυχος Μιχάλης Τριανταφυλλίδης, με μία ανάρτηση στο Facebook. Θυμήθηκε την παρελθούσα γαστριμαργική μας σκηνή και ξεκίνησε ν’ αναφέρεται σε παλιές δόξες, Όλυμπος-Νάουσα, Κρικέλας και λοιπά, καλώντας παράλληλα φίλους και γνωστούς να τον συνδράμουν. Οφείλω να ομολογήσω ότι άρχισαν να τρέχουν τα σάλια μου όταν σκέφτηκα πιάτα που λάτρευα, τώρα θεωρούμενα… πασέ και ανθυγιεινά. Θυμήθηκα μυαλά βραστά με λεμόνι, χέλια πλακί, μπιφτέκια με βουτυράκι να λιώνει πάνω τους, πατάτες κομπλέ (τηγανιτές, με σάλτσα ψητού και τριμμένο κεφαλοτύρι), μαγειρευτά καλύτερα από της γιαγιάς μου, ακόμη και τη Ρωσική με φασόλια, του Ρογκότη. 

 

«Ωχ, νέο άρθρο για την παλιά Σαλονίκη» ίσως θα έχετε τώρα σκεφτεί, αλλά κακώς. Θυμούμενος όλα τα παραπάνω απλά αναρωτήθηκα πόσα άλλαξαν από τότε, και γιατί. Δεν έχουμε σήμερα καλό φαγητό; Φυσικά και έχουμε. Όμως δε μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι τα πραγματικά αξιόλογα μαγαζιά είναι απολύτως ισάριθμα όσων λειτουργούσαν στα τέλη ’80-αρχές ’90, τη στιγμή που η Θεσσαλονίκη είναι σχεδόν διπλάσια, και με πολύ περισσότερα ερεθίσματα. Άραγε είναι τα υλικά κατώτερα; Τηρουμένων των αναλογιών, και πάλι όχι. Εκεί όπου κανείς αξίζει να φάει δεν χρησιμοποιούνται κατεψυγμένα, αν και με λυπεί η αίσθηση ότι τα μενού είναι συνήθως στατικά ή μιμητικά, χωρίς να αλληλεπιδρούν με όσα προσφέρει η τοπική αγορά σε κάθε εποχή του έτους. 

 

Είναι οι χώροι των εστιατορίων κακοί; Ούτε κατά διάνοια. Δαπανώνται μεγάλα ποσά για διακοσμήσεις και εξαερισμούς, αλλά δυστυχώς δεν σπανίζουν οι περιπτώσεις που το μεγάλο κόστος της επένδυσης επιδρά αρνητικά στην ποιότητα του ζητούμενου, του φαγητού. Τιμές λογικές; Κατά μέσο όρο ναι. Δε μπορώ βέβαια να μην τσιτώνομαι όποτε χρεώνονται ως υψηλή γαστρονομία πιάτα απλά και παραδοσιακά. 

 

Προσωπικότητα εξακολουθούν να έχουν; Η σαλονικιώτικη εστίαση διατηρεί εκείνο τον ξεχωριστό της χαρακτήρα, εκείνο το μπέρδεμα κουζίνας πολίτικης, ευρωπαϊκής και βαλκανικής, εκείνη την αλληλουχία από κουτούκια και σάλες, εκείνο το χαρμάνι από γεύσεις της στεριάς και της θάλασσας; Δυστυχώς όχι, επειδή η Θεσσαλονίκη δεν είναι αυτή που ήταν. Καμία σχέση με την εποχή που ακόμη και το θεωρούμενο πρόχειρο φαγητό -τα αμέτρητα ουζερί, ψητοπωλεία και μπουγατσατζίδικα- είχε χαρακτήρα και συνέπεια, ώστε να ικανοποιεί ένα ψαγμένο κοινό. Κι αυτή είναι η αιτία σχεδόν όλων των στραβών της. Η Θεσσαλονίκη δεν έχει πια αρκετούς ανθρώπους με απαιτήσεις για ποιοτική ζωή.

 

Η δίκαιη έκρηξη του Γιώργου Τούλα στην Παράλλαξη για τα χάλια της πόλης ήρθε ως δεύτερη αφορμή για να γράψω αυτές τις αράδες. Ο Τούλας επίσης την γνωρίζει καλά την γριά μας. Ως νεώτερος του Τριανταφυλλίδη αναπόφευκτα μιλά με περισσότερη οξύτητα και μαχητικότητα, δίχως όμως να υπερβάλει στην περιγραφή του, ή να κατασκευάζει πραγματικότητα. Η Θεσσαλονίκη όντως μοιάζει πια τριτοκοσμική, αν και είναι μία ευμεγέθης πόλη της -θεωρητικά- εύπορης Ευρωζώνης. Οι μεταφορικές υποδομές της (λιμάνι, αεροδρόμιο) βρίσκονται σε τραγική κατάσταση. Η φυσιογνωμία της είναι ότι να’ναι, κράμα πρώην ΕΣΣΔ και Τρίτου Κόσμου. Και το χειρότερο, η καθημερινότητα της είναι χειρότερη από ποτέ, έχει καταντήσει ανυπόφορη όχι τόσο για τους ολιγοήμερους επισκέπτες της, όσο για τους κατοίκους της. 

 

Τόση βρωμιά δεν υπήρξε ποτέ στο νεώτερο παρελθόν, σε μια περίοδο μάλιστα όταν τα σκουπίδια έχουν λιγοστέψει. Ανέκαθεν βλέπαμε επαίτες και παράνομους μικροπωλητές, μα πλέον διαφεντεύουν τα πεζοδρόμια, έχοντας εντελώς γραμμένους πολίτες και αρχές. Πάντα γίνονταν κλοπές όχι όμως μπροστά στην Καμάρα και στον Λευκό Πύργο. Καφέ είχαμε επίσης πολλά, μα σέβονταν τον δημόσιο χώρο, σε αντίθεση με τα -ακόμη πιο πολυάριθμα- σημερινά. Και φυσικά ενώ το Μετρό μας αποτελεί εθνικό ανέκδοτο, έρχεται η οικογένεια Παππά να ρίξει αλάτι στην πληγή, γκρεμίζοντας τον ήδη ετοιμόρροπο ΟΑΣΘ.

 

Όλα αυτά τα αρνητικά έχουν συσσωρευτεί εξαιτίας της συρρίκνωσης του νεώτερου ντόπιου αστικού στοιχείου. Η… Νυφούλα αιμορραγεί, χάνει ποιοτικό έμψυχο δυναμικό εδώ και δεκαετίες. Όσοι λίγοι μένουν δε μπορούν να ηγηθούν, δε μπορούν να σκιαγραφήσουν το αύριο, δε μπορούν καν να επιβάλουν μια πιο δυναμική τοπική κουζίνα. Νοσταλγούμε τον όχι μακρινό καιρό μετά την Bienalle του ’86, τότε που πιστεύαμε ότι το μέλλον θα ήταν υπέροχο, όταν βλέπαμε να ανατέλλει μια νέα εποχή στην περιοχή μας κι εμείς διαθέταμε όλα τα αναγκαία πολιτιστικά και τεχνοκρατικά εφόδια για να ξαναβάλουμε τη Σαλονίκη στον παγκόσμιο χάρτη. Η πόλη που έβραζε ήταν μια Σάνγκρι Λα των Ελλήνων, ωστόσο το όνειρο έσβησε γρήγορα, και μετά το 1993 επικράτησε αυτάρεσκη στασιμότητα. Σήμερα έχει ξεπέσει από το επίπεδο της «Ερωτικής», σ’ εκείνο της Φραπεδούπολης. 

 

Λέω και πάλι ότι ο Μπουτάρης αναρριχήθηκε επειδή ζητούσαμε να μας ξαναδώσει την χαμένη μας ιδιοπροσωπία, το πατροπαράδοτο καμάρι μας, την παλιά μας διεκδικητική αυτοπεποίθηση. Αντ’ αυτών έχουμε έναν αλαζόνα δήμαρχο/σώουμαν, πλαισιωμένο από ένα άχρωμο συμβούλιο, και μια ολιγάριθμη τοπική ελίτ εγκλωβισμένη στις γνωστές διαπιστώσεις, με σηκωμένα τα χέρια μπροστά στην μεγάλη πρόκληση του εμπλουτισμού της αστικής μάζας, της αναγκαίας ψυχής κάθε μεγαλούπολης. Έχουμε αφεθεί στην τύχη και στα συλλαλητήρια για την Μακεδονία, κι αναθαρρούμε με χαζοβιόλικα βίντεο για το πρωθυπουργικό γραφείο. 

 

Αν κάτι κατάλαβα πάντως είναι πως όταν δεν απαιτούμε ούτε από τους εστιάτορες μας, ούτε από τους τοπάρχες μας, ούτε από τις κυβερνήσεις, τότε δικαίως και χάλια θα τρώμε, και χάλια θα ζούμε, και για τα χάλια μας θα συζητάμε.

 

Φωτογραφία: πασίγνωστη του Γιώργου Κατσάγγελου. Το Όλυμπος – Νάουσα στα τελευταία του, 1992.