Οι γραφικοί και τα άγραφα

Μια προσωπική ματιά για το πρόσφατο συλλαλητήριο, με ένα απροσδόκητο κλείσιμο 
Οι γραφικοί και τα άγραφα

Το συλλαλητήριο για το Μακεδονικό/Σκοπιανό/«Ανατολικό ζήτημα» της τελευταίας εικοσαετίας και βάλε είναι το θέμα των ημερών, ειδικά στις γεωγραφικές συντεταγμένες 4023. Αρχικά σκέφτηκα να μη γράψω τίποτα, ούτε για το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε, ούτε για εκείνη τη συγκεκριμένη Κυριακή 21/1, ούτε για το τί ακολούθησε σε μεταγενέστερο χρόνο. Το τί ακούσαμε όλοι μας, διαβάσαμε, πληροφορηθήκαμε εν γένει από τα ΜΜΕ, τα social media,τους διάφορους σοβαρούς πολιτικούς αναλυτές έως και τους παντελώς άσχετους, τους συμπολίτες μας γενικά στο δρόμο, στα καφέ, οπουδήποτε, είναι γνωστά σε όλους. 

 

Για πολλούς και διαφόρους λόγους, δεν  είμαι εγώ η καθ’ ύλην αρμόδια για να αναλύσω γεωπολιτικά στο βάθος και την έκταση που του αρμόζει το καυτό (για μας τους Θεσσαλονικείς τουλάχιστον) θέμα της ονομασίας του μικρού κρατιδίου, που συνορεύει βόρεια της χώρας μας με την προσωρινά (ουδέν μονιμότερο του προσωρινού σ’ αυτή τη ζωή ειδικά αν μετράει και 25 χρόνια), κοινά αποδεκτή ονομασία FYROM,  όπου Μ stands for Macedonia. 

 

Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε με «σοσιαλιστική» κυβέρνηση κατά βάση, όταν στη γεωγραφία διδασκόταν πως  η Αλβανία είναι χώρα-πρότυπο αυτοδιαχείρισης (το ανέκδοτο Αλβανός Τουρίστας δεν αναφερόταν  από το τότε Υπουργείο Παιδείας στο σχολικό εγχειρίδιο για ευνόητους λόγους).

 

Τα λογοτεχνικά βιβλία της δικής μου σχολικής εποχής ήταν τα κλασικά των Ζωρζ Σαρρή, Άλκη Ζέη, Μενέλαου Λουντέμη, Λιλής Ζωγράφου και γενικότερα αριστερά τοποθετημένων συγγραφέων, με μοναδική εξαίρεση τον Γκατζογιάννη και τη γνωστή Ελένη του, με το οποίο προσπάθησε να αποτυπώσει την άλλη όψη του νομίσματος στο ακανθώδες ιστορικό θέμα του ελληνικού εμφύλιου. Γενικά η γενιά μου έμαθε τα βασικά ιστορικά θέματα που μας αφορούσαν «εξ απαλών ονύχων», χωρίς την απαραίτητη ανάλυση του αίτιου και του αιτιατού που οδήγησαν σ’ αυτά.

 

Και φυσικά τεχνηέντως δε μας έμαθαν ένα σωρό πράγματα ώστε να κατανοήσουμε το παρελθόν και να μην  επαναλάβουμε τα λάθη του, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται άρα και τα λάθη που αυτή εμπεριέχει. Δε διδαχτήκαμε εμείς η γενιά των 40 plus -50 minus πραγματική αντικειμενική ελληνική ιστορία μέσα στα πλαίσια της παγκόσμιας, και δε ξέρω και αν  διδάσκεται σε κάποια χώρα ως τέτοια, εφόσον εξ’ ορισμού η ιστορική διδαχή εξυπηρετεί(;) τα εκάστοτε εθνικά συμφέροντα και ευρύτερους ανομολόγητους σκοπούς. 

 

Ως εκ τούτου δεν είμαι σε θέση να υποστηρίξω για παράδειγμα σε ιστορική βάση το αν ή όχι ο όρος Μακεδονία υπήρξε ονομασία που χρησιμοποιούνταν για διάφορες περιοχές της Βαλκανικής και της ευρύτερης περιοχής (άρα όχι μόνο της δικής μας), αλλά αναρωτιέμαι, εφόσον δεν υπήρχε συγκεκριμένο κράτος με το όνομα Μακεδονία, τότε γιατί  απαιτούν το συγκεκριμένο όνομα τα Σκόπια και το προπαγανδίζουν τόσα χρόνια και γιατί πρέπει εμείς οι ωραίοι ως Έλληνες να το δεχτούμε στην τελική.

 

Επίσης δε γνωρίζω τους πολιτικούς και κατά βάση οικονομικούς συσχετισμούς που διαμορφώνουν την ελληνική εξωτερική πολιτική, η οποία μετουσιώνεται κάθε φορά σε κάτι διαφορετικό, ενώ θα έπρεπε να έχει έναν βασικό άξονα αρκούντως ανεπηρέαστο από ακριβώς τέτοιους συσχετισμούς, επειδή το εθνικό συμφέρον οφείλει να είναι αντικειμενικά ένα.

 

Παρ’ όλα αυτά γνωρίζω τα συναισθήματα, αναγνωρίζω το λεγόμενο  «θυμικό», το οποίο ορίζεται ως το μέρος της ψυχής που περικλείει το συναίσθημα και τη βούληση. 

Ξεκίνησα με λανθάνουσα ντροπή όταν με ρωτούσαν φίλοι μου αν θα κατέβω στο συλλαλητήριο. “Καλά θα πας; Σοβαρά τώρα!;”. Αυτομάτως μπήκα στη θέση του απολογούμενου γιατί το παιχνίδι είναι προφανώς(;) σικέ κι ο διαιτητής πουλημένος (αυτός κι αν το έχει αποδείξει πια), και ένα σκεπτόμενο άτομο δεν επιτρέπεται να πέφτει σε τέτοιου είδους λούμπες, αυτά είναι για τον όχλο, τη μάζα, τα πρόβατα. 

 

Από την άλλη αμφιλεγόμενος παράγοντας ήταν και η στάση της κεφαλής της -κατά τα άλλα συντηρητικής και εθνικόφρονος εκκλησίας- (πατρίς-θρησκεία-οικογένεια δε λέμε;), η οποία χαρακτηριζόταν από πρωτοφανή απάθεια έως αρνητικότητα για το όλο εγχείρημα και συνιστούσε αυτοσυγκράτηση, κοινώς μη συμμετοχή -προφανώς εξαντλήθηκε η επαναστατικότητα της στα φυλλάδια-λίβελλο κατά των ομοφυλόφιλων τα οποία βλέπουμε  σε περίοπτη θέση δίπλα στα κεριά και διαολιζόμαστε από μόνοι μας όταν πάμε να ανάψουμε ένα βοήθειά μας-.  

 

Στα δε social  media, πλην κάποιων χαρακτηρισμένων  ως «σκληροπυρηνικών» αναρτήσεων και λοιπών συντηρητικών υπενθυμίσεων για τη συγκέντρωση – δικών μου συμπεριλαμβανομένων-, η πλειοψηφία όσων έσκιζαν τα ιμάτια τους σε όλες τις προηγούμενες εκλογές υπέρ του Σύριζα ή δηλώνουν και καλά «απολιτίκ» και υπεράνω,  έκαναν νιάου-νιάου στα κεραμίδια και περίμεναν να δουν πώς θα εξελιχθεί το όλο πράγμα με την ελπίδα  ότι θα θυμίζει συγκεντρώσεις… Συνασπισμού παλαιοτέρων ετών, κοινώς του τύπου τρεις κι ο κούκος. 

 

Η επίσημη απάντηση λοιπόν στο αν θα πάω ήταν όχι. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο σε μια συγκέντρωση-διαμαρτυρία, λέμε ψέματα ότι θα πάμε και όχι το ανάποδο. Πήγα λοιπόν…..και ήμασταν δύο, ήμασταν τρεις, ήμασταν χίλιοι δεκατρείς. Λιγότεροι από το αντίστοιχο συλλαλητήριο του 1992, αλλά και πάλι κατέβηκε πάρα πολύς κόσμος και σίγουρα όχι το νούμερο που ανέφερε η ελληνική αστυνομία κατόπιν κυβερνητικής εντολής. Πολύς κόσμος εκτός Θεσσαλονίκης δεν μπόρεσε να φτάσει γιατί είχαν κλείσει τους δρόμους, αρκετός κόσμος δυσκολεύτηκε λόγω επεισοδίων με τους γνωστούς-αγνώστους αναρχομπαχαλοαντιεξουσιαστές. Η τηλεοπτική κάλυψη ήταν ανύπαρκτη γιατί το Μακεδονικό δε μας ενδιαφέρει ρε παιδί μου όσο το ποιος επιχειρηματίας παντρεύτηκε ποιά τριτοκλασάτη μοντέλα, άσε που ήταν και Κυριακή και πού να έχουμε links τώρα και δημοσιογράφους να μεταδίδουν τα τεκταινόμενα σε ζωντανή σύνδεση, σιγά τα ωά.

 

Η ντροπή γρήγορα μετατράπηκε σε ικανοποίηση, ηθική ανάταση, έγινε ατόφια χαρά, όχι τίποτα άλλο κοίτα που ξεκουνηθήκαμε τελικά και σηκωθήκαμε από τον καναπέ μας. Υπήρχε κόσμος από όλα τα κοινωνικά στρώματα, όλες τις ηλικίες, με όλες τις πολιτικές πεποιθήσεις ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

 

Και μετά ακολούθησε ο χαμός του σχολιασμού και του feedback….. Είμαστε εθνικόφρονες λέει, φασισταριά, ανάλγητοι δεξιοί που μπλέκουμε στα πόδια της κυβέρνησής μας, προσπαθούμε να κάνουμε διπλωματία στη θέση της και δυσκολεύουμε τα πράγματα κλπ κλπ.

 

Η ιστορία, λέει, οφείλει να γράφεται αποκλειστικά από τη διπλωματία σε μια εικονική σκακιέρα και όχι από τον διαμαρτυρόμενο κόσμο στις πλατείες και τις συγκεντρώσεις, αυτά είναι φαιδρά πράγματα. Μάλλον αυτό δεν το ήξεραν οι απανταχού στον κόσμο διαμαρτυρόμενοι από ιστορικής γενέσεως. Δε γράφτηκε καμιά ιστορία στην Κόκκινη πλατεία, στην πλατεία Τιέν Αν Μεν, ή στην Τιμισοάρα για παράδειγμα, για την ακρίβεια δε γράφτηκε ποτέ καμιά ιστορία πουθενά.

 

Είμαστε, λέει, γ ρ α φ ι κ ο ί. Μας βλέπει ο κόσμος και γελάει. Ειδικά μια κατά κόσμον δημοσιογράφος που βασικό της επάγγελμα είναι ηθοποιός και δη stand-up comedian,  με τουρκικής καταγωγής επώνυμο -όχι ότι είναι κακό αυτό, κι εμένα  ο ένας παππούς μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη, συγγνώμη Ιστανμπούλ ήθελα να γράψω εξάλλου αυτή είναι η politically correct ονομασία- μας παρουσίασε ούτε λίγο ούτε πολύ σαν το τσίρκο Μεντράνο. 

 

Έχουμε σοβαρότερα θέματα να ασχοληθούμε και να διαμαρτυρηθούμε άμα λάχει, (θαρρείς και μπορούμε, εκτός από τη διαμαρτυρία μας δια μέσου της ψήφου μας μια στο τόσο και με θολωμένο το μυαλό). Για παράδειγμα την υπογεννητικότητα, τη τρομερή γραφειοκρατία, ή τους μετανάστες (τους Έλληνες όχι τους άλλους τους καψερούς). Και τελείωνε το δεικτικό άρθρο της, αντί  επιλόγου, με μια γιαγιά που κρατούσε μια ντουντούκα σε ένα χωριό της Έδεσσας, και καλούσε τους συγχωριανούς της να πάνε στο συλλαλητήριο.

 

Η χαρά έγινε οργή και αγανάκτηση. Είμαι φασίστρια και ακροδεξιά και δεν το ξέρω μάλλον. Αλλά είμαι και γραφική; Είμαι «η κυρία Νίτσα η Θεσσαλονικιά που θέλει να διαδηλώσει σε όλο τον κόσμο ότι αυτή είναι η ορίτζιναλ Μακεδόνισσα»; Ε, όχι ρε κοπελιά πρέπει να κόψεις κάτι. 

 

Όσοι κατέβηκαν στο Λευκό Πύργο εκείνη την Κυριακή παρακινήθηκαν από το συναίσθημα του ΩΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΗ ΠΑΡΕΚΕΙ, του δε θα ανεχτούμε ΚΑΙ ΑΥΤΟ μετά από όλα όσα έχουμε ανεχτεί, ειδικά τον τελευταίο καιρό σαν χώρα. Φυσικά και δε φοβόμαστε τους συγκεκριμένους γείτονές μας, σιγά το κράτος-μπαμπούλα, που θα έπρεπε βασικά από καιρό να είναι ελληνικό οικονομικό προτεκτοράτο αν είχαμε έστω και λίγο μυαλό. Ούτε την τάση αλυτρωτισμού φοβόμαστε, αν και πάντα υπάρχει ως πραγματοποιήσιμο ενδεχόμενο και συμπεριλαμβάνει και Μεγάλη Αλβανία, και Θράκη και νησιά Ανατολικού Αιγαίου (πάρε κόσμε), γιατί ένας βασικός κανόνας είναι ότι όσο υποχωρείς και παραχωρείς και στα πιο απλά τόσο πιο πολύ πλησιάζεις με την πλάτη σου τον τοίχο. 

 

Δεν υπάρχει «έντιμος συμβιβασμός» όταν καλούμαστε συνέχεια εμείς να υποχωρούμε και να είμαστε η μόνη χώρα- καρπαζοεισπράχτορας μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, επειδή οι ιθύνοντες πολιτικοί είναι για τα μπάζα. Πολιτικοί που δηλώνουν σε μια τέτοια ώρα ότι μόνο η Αριστερά είναι η αληθινή πατριωτική δύναμη της χώρας, η οποία παρεμπιπτόντως ορίτζιναλ (για να χρησιμοποιήσω προσφιλή σου έκφραση) Αριστερά, way back, και εκφραζόμενη από τον Ριζοσπάστη, πρέσβευε ότι οι τρεις «Μακεδονίες» του Βαρδάρη, του Πιρίν και του Αιγαίου, πρέπει να αποτινάξουν τον ζυγό της εκάστοτε εθνικής κυριαρχίας που τους επιβλήθηκε, με στόχο τη δημιουργία ενιαίας αυτόνομης Μακεδονίας.

 

Το συναίσθημα λοιπόν και μόνο αυτό. Το γεγονός ότι κάποιοι κάπου κάποτε -Μακεδονομάχοι αποκαλούνται-, πέθαναν για ένα όνομα, για ένα σύμβολο. Σίγουρα κι αυτούς γραφικούς θα τους χαρακτήριζες αν ζούσες τότε. Το συναίσθημα για ένα συλλογικό όραμα που ενώνει διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις και μπορεί όμως να διαχειριστεί ακραίες αντιδράσεις εκατέρωθεν ,που υπάρχουν σίγουρα και αυτές, το συναίσθημα της κοινής λογικής και του καλώς ευνοούμενου πατριωτισμού σε όλες τις πτυχές της δημόσιας ζωής. Το σύνολο υπερβαίνει το απλό άθροισμα των μερών του. Πρέπει να το αντιληφθούμε όλοι, ειδικά τώρα που μάλλον ξαναμοιράζεται η τράπουλα σε γεωπολιτικό επίπεδο.

 

Είναι από τα άγραφα λοιπόν να θεωρούμαστε και γραφικοί εκτός των άλλων. 

 

Αντί επιλόγου, παρατίθεται πραγματική ιστορία: 

Το 1960 ο πατέρας μου, βέρος Πελοποννήσιος -Παλιολλαδίτες αποκαλούνται- πήγε στο χωριό του στην Κόρινθο για να συστήσει τη βέρα Θεσσαλονικιά μαμά μου στο σόι του.  Πολύ καλό κορίτσι γιε μου, του είπε η γιαγιά μου, και όμορφη, και κόρη γιατρού, από σπίτι, από καλή οικογένεια, όλα καλά και άριστα, αλλά βρε αγόρι, μου ήταν ανάγκη να μας φέρεις Βουλγάρα;

 

Φωτογραφία: Livemedia