Μία αγάπη μεγάλη

Οι έπαινοι μιας μερίδας Ευρωπαίων αιτιολογούνται, μα δε δικαιολογούνται
Μία αγάπη μεγάλη

Τον Απρίλιο ένα ρεπορτάζ της Washington Post μετέφερε παντού μια -ολοφάνερη για μας- αλήθεια: πως ενώ πλείστες διεθνείς προσωπικότητες επιχαίρουν για το… τέλος της ελληνικής κρίσης, η πραγματικότητα επί του πεδίου είναι σαφώς διαφορετική (αυτά μου θύμισαν το τραγικό “Mission accomplished” του Τζωρτζ Μπους του νεώτερου, αμέσως μετά την κατάληψη της Βαγδάτης το 2003). Ένα εξέχον μέλος της -ευτυχούς για το ελληνικό θαύμα- ομηγύρεως είναι κι ο επίτροπος οικονομικών Πιέρ Μοσκοβισί, και σύμφωνα με την κυβέρνηση μας η άποψη ενος μέλους των Θεσμών δικαιώνει τις δικές της πολιτικές. “Ορίστε, ο Πιέρ βεβαιώνει πως μόνο εμείς κάναμε ό,τι ζητήθηκε, άρα δικαιούμαστε και τον τίτλο των επιτυχημένων μεταρρυθμιστών. Σωστά;”

Καθόλου σωστά. Στους σαράντα μήνες τους οι νυν ένοικοι του Μαξίμου αποδείχθηκαν καπάτσοι στην κοντόφθαλμη επιβολή φόρων και περικοπών, όμως δεν επέδειξαν αντίστοιχες επιδόσεις και σε στρατηγικούς τομείς. Ενώ περικόπτονται συντάξεις χωρίς να έχει εφαρμοστεί ως ανάχωμα το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, ομάδες τραμπούκων δείχνουν το μπόι τους παντού, στέλνοντας πολλαπλά μηνύματα και σε επίδοξους επενδυτές. Ενώ αναθεωρούνται οι αντικειμενικές αξίες σε βάρος λιγότερο προνομιούχων ακινήτων, η ήδη μικρή ανταποδοτικότητα των φόρων έχει περαιτέρω συρρικνωθεί, με βασικά θύματα τους οικονομικά ασθενέστερους. Ενώ προσλαμβάνονται “ημέτεροι” συμβασιούχοι ΔΥ, η ανεργία παραμένει στα ύψη, με τις λιγοστές νέες θέσεις εργασίας να αμείβονται πενιχρά, όταν η γενικευμένη έλλειψη εγχώριων ιδιωτικών και τραπεζικών κεφαλαίων προοιωνίζεται μακρά αναπτυξιακή στασιμότητα. Όντως, μετά τις αυτοκαταστροφικές ακροβασίες του 2015 φτάσαμε αισίως στον πάτο, ωστόσο ορισμένοι λαλίστατοι ανακουφισμένοι εταίροι μας δε φαίνονται να ξέρουν και πότε θα ξεκολλήσουμε από δω.

Εύλογα αναρωτιέται κανείς τι συμβαίνει με τον Μοσκοβισί και άλλους παίκτες των Βρυξελλών και του Βερολίνου. Είναι δυνατόν να μη βλέπουν πως η παράταση της ύφεσης έχει διατηρήσει το χρέος σε δυσθεώρητα ύψη; Μπορούν να αγνοούν το γεγονός ότι το θεμελιώδες πρόβλημα της οικονομίας μας, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα, έχει πρόχειρα αντιμετωπιστεί μόνο στο πεδίο των μισθών; Γίνεται να αντιπαραβάλλουν στις τεκμηριωμένες επισημάνσεις του ΔΝΤ, του ESM και -κυρίως- των αγορών ευχάριστες εικοτολογίες για την αυγή μιας ανέμελης εποχής κανονικότητας, ανάλογης εκείνης της Κύπρου και της Πορτογαλίας;

Μία κυνική ερμηνεία αυτής της συμπεριφοράς βρίσκεται σ’ ένα αναδυόμενο φαινόμενο. Ο (κάποτε Τροτσκιστής) επίτροπος κι οι σύντροφοί του ανησυχούν για τις προοπτικές του PES απέναντι στους Ορμπαν, Κουρτς και Σαλβίνι και στην γοητεία που αυτοί ασκούν στις μάζες, συνεπώς ο ατίθασος λαϊκιστής ΣΥΡΙΖΑ επιβάλλεται να σαγηνευτεί πάραυτα από τη γερασμένη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία (με αυτό το δεδομένο, δεν είναι να απορεί κανείς για τα βρισίδια που ρίχνει ο Μελανσόν στον Τσίπρα). Από δίπλα συνδράμουν στην οικοδόμηση της μαγικής εικόνας και μερικά γερμανικά ΜΜΕ, με γενικόλογες αναφορές σε επιτυχίες, επιχειρώντας να στηρίξουν την καγκελάριο μπροστά στο διογκούμενο μεταναστευτικό πρόβλημα. Η κοινή στάση αυτών των ετερόκλητων δυνάμεων οδηγεί σε μια μελαγχολική υπενθύμιση: για έναν σημαντικό αριθμό ιθυνόντων των μεγάλων κρατών και των κομμάτων του Ευρωκοινοβουλίου, τα εθνικά και πολιτικά συμφέροντα παγίως προηγούνται των ενωσιακών. Δε διστάζουν έτσι να δικαιώνουν ακόμη και τους αλλοτινούς Charlatans contre l’Europe του Le Point. Η πρόκληση εσωτερικού διχασμού και η υπονόμευση δρομολογημένων μεταρρυθμίσεων συγχωρούνται, η συστράτευση με τον μισαλλόδοξο ακροδεξιό Καμμένο κατανοείται, η πρόσφατη ερευνητική διαπίστωση της Metron Analysis ότι η Ελλάδα παραμένει επενδυτικά απωθητική αγνοείται, η κάθε ωμή εξωθεσμική ενέργεια δικαιολογείται, όλα(;) παραβλέπονται εφόσον διακυβεύονται βραχυπρόθεσμοι μικροπολιτικοί στόχοι κάποιων παραγόντων της ΕΕ.

Όλα αυτά φυσικά δε περνούν απαρατήρητα από τους απανταχού φίλους της ευρωπαϊκής ιδέας, κι η αναπόφευκτη κλιμακούμενη απογοήτευση τους είναι αέρας στα πανιά των πολέμιων μιας ισχυρότερης Ένωσης. Οι ελίτ της ΕΕ πραγματικά κάνουν συχνά ό,τι μπορούν για να επαληθεύουν τους επικριτές τους.