Με σχέδιο και δουλειά θα ξανανιώσει η Εγνατία

Με σχέδιο και δουλειά θα ξανανιώσει η Εγνατία

Έχει και την ομορφιά του το βροχερό μποτιλιάρισμα στην Εγνατία, όταν παρακολουθείς σχεδόν ολόκληρη την ιστορία της πόλης μέσα από τα μνημεία της, από την Ρωμαϊκή περίοδο στη Βυζαντινή, και κατόπιν στην Οθωμανική. Από το Συντριβάνι μέχρι την Αριστοτέλους τα νεώτερα κτίρια επηρεάζονται κυρίως από τον Μοντερνισμό, κτισμένα από το ‘30 ως το ‘70. Από κει και πέρα έχει διασωθεί το νεοκλασικό και εκλεκτιστικό κτιριακό απόθεμα των αρχών του 20ου αιώνα, μίας περιόδου αναντίρρητης οικονομικής και πολιτιστικής ακμής.

Όσο όμως κι αν γοητεύεται ο οδηγός από το παρελθόν, είναι το παρόν που του’ρχεται κατάμουτρα, θλιβερό, εξοργιστικό, απελπιστικό. Η ματιά του γεμίζει από κλειστά μαγαζιά, από μαυρισμένα κτίρια, από λαμαρίνες των εργοταξίων του Μετρό, από φτώχεια και εγκατάλειψη. Αν θέλει κανείς ν’αντικρύσει την αληθινή ψυχή της σημερινής Θεσσαλονίκης, στην Εγνατία και πιο πάνω θα την βρει, κι όχι στην Τσιμισκή και στην Παραλία. Μ’αυτή την απλή σύγκριση θα συνειδητοποιήσει την εξαφάνιση του ντόπιου χαρακτήρα και την καθολική επικράτηση της παγκοσμιοποιημένης αισθητικής.

Το παγκόσμιο αυτό φαινόμενο αυτό στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης δυστυχώς δεν είναι ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, μα καθαρά πρακτικού. Η πόλη υποφέρει από την ανεργία, σαν αποτέλεσμα αρχικά της ραγδαίας αποβιομηχάνισης και κατόπιν της κατάρρευσης των εσωστρεφών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Τυχόν μελλοντικές επενδύσεις στην βιομηχανία θα απασχολούν υψηλά εξειδικευμένους εργαζόμενους, σε μικρούς αριθμούς. Παράλληλα, περαιτέρω ισχυροποίηση των εμπορικών αλυσίδων θα θέσει εκτός οικονομικής ζωής περισσότερους αυτοαπασχολούμενους, εκμηδενίζοντας και τις πολυάριθμες τοποθετήσεις που αυτοί κάνουν καθημερινά στην τοπική οικονομία.

Συνεπώς, αν η Θεσσαλονίκη θέλει να παραμείνει ζωντανή, θα πρέπει να δοθούν ευκαιρίες σε φρέσκες μικρές προσπάθειες, που μάλιστα δε γίνεται να εξαντλούνται στην εστίαση, στα Airbnb και στο μικρεμπόριο. Στην πόλη χρειαζόμαστε παραγωγή διεθνώς ανταγωνιστικής καινοτομίας κάθε είδους, στην πληροφορική, στην τεχνολογία υλικών, στα drones, στην μοριακή βιολογία, στις ιατρικές υπηρεσίες. Χρειαζόμαστε όμως και αναβίωση κλάδων που είχαν παραμεληθεί τελείως, παρά την διαχρονική αξία τους, εκείνων του ποιοτικού χειροποίητου αγαθού, στην ένδυση, στην επιπλοποιία, στη διατροφή, στην αργυροχρυσοχοΐα, δηλαδή παντού όπου η ανθρώπινη πινελιά ανέκαθεν χρυσοπληρωνόταν, πράγμα που εξακολουθεί να ισχύει σε τόσες δυτικές μεγαλουπόλεις.   

Για τα αμέσως επόμενα χρόνια έχουν δρομολογηθεί πραγματικά θεαματικές παρεμβάσεις σ’όλο το σώμα της πόλης, που πρόκειται να βελτιώσουν την εικόνα μα και την λειτουργικότητα της. Αυτές όμως θα’ναι θνησιγενείς, καταδικασμένες στην απαξίωση, αν δεν συγχρονιστούν με μια ευρεία αναγέννηση της τοπικής οικονομικής ζωής. Απαιτούνται στρατηγικό σχέδιο, πολλή δουλειά, δυνατή φωνή, και μάλιστα…χθες, αλλιώς η σημερινή μελαγχολία της Εγνατίας θα γίνει μόνιμο καθεστώς.

 

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της Μακεδονίας, στις 3/2/2019.