Καπιταλισμός και Αναδιανομή: Η πρόκληση του πολιτικού κέντρου

Σε καιρούς σαν τους τωρινούς, επιβάλλεται η αναθέωρηση των κλασικών ιδεολογικών δογματισμών
Καπιταλισμός και Αναδιανομή: Η πρόκληση του πολιτικού κέντρου

Εδώ και χρόνια το βασικότερο επιχείρημα κατά της παγκοσμιοποίησης είναι ότι αυτή καθιστά τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Όμως αυτό το επιχείρημα, όπως και γενικότερα η συνθηματολογία κατά της παγκοσμιοποίησης δεν έχει πραγματική βάση, καθώς στην πραγματικότητα οι πλούσιοι γίνονται μεν πλουσιότεροι αλλά και ο αριθμός των φτωχών περιορίστηκε σημαντικά. Σύμφωνα με μελέτες που εκπόνησε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών στις αρχές της δεκαετίας του ’80 το ποσοστό των ανθρώπων που βίωναν την απόλυτη φτώχεια, δηλαδή ήταν υποχρεωμένοι να ζουν ξοδεύοντας κάτω από 1,25 δολάρια την μέρα άγγιζε το 52% του ανθρώπινου πληθυσμού. Στις μέρες μας και παρά την πρωτοφανή σε ένταση και διάρκεια για τα μεταπολεμικά δεδομένα οικονομική κρίση το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 20%, εξέλιξη φυσιολογική αν υπολογιστεί ότι χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία που μόνες αθροίζουν περίπου το 30% του πληθυσμού του πλανήτη απελευθερώνουν τις οικονομίες τους επιτυγχάνοντας θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης και οικονομικής μεγέθυνσης, με αποτέλεσμα να αυξήσουν και το βιοτικό επίπεδο των λαών τους.

Είναι προφανές λοιπόν πως η παγκοσμιοποίηση μείωσε τις ανισότητες μεταξύ χωρών καθώς τα μεσαία εισοδήματα στις αναδυόμενες χώρες και ειδικά στην Ασία αυξάνονται με μεγαλύτερο ρυθμό από τα αντίστοιχα εισοδήματα στις αναδυόμενες χώρες και ειδικά στην Ασία (σταδικά και στην υποσαχάρια Αφρική) αυξάνονται με μεγαλύτερο ρυθμό από τα αντίστοιχα εισοδήματα στις ώριμες καπιταλιστικές οικονομίες. Παρόλα αυτά κοινό χαρακτηριστικό των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων στο εσωτερικό τους, εξέλιξη εξαιρετικά επικίνδυνη ακόμα και για την ίδια την Δημοκρατία, καθώς η υπερσυγκέντρωση ισχύος και επιρροής ως αποτέλεσμα έχει την απόλυτη επιβολή των οικονομικών ελίτ στην πολιτική εξουσία.

Δεν είναι λίγοι άλλωστε οι οικονομικοί αναλυτές που υποστηρίζουν με θέρμη πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία τα επόμενα κρίσιμα χρόνια είναι η περεταίρω διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων καθώς στις περισσότερες χώρες  από τα κέρδη που φέρνει η οικονομική ανάπτυξη που επωφελούνται υπερβολικά λίγοι άνθρωποι, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η σταθερότητα αλλά και η βιωσιμότητα του καπιταλιστικού συστήματος. Μόνο τυχαίο δεν είναι άλλωστε πως σύμφωνα με τις λίστες του Forbesοι 85 πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη έχουν στην κατοχή τους ποσά που αγγίζουν αθροιστικά το 1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο εισόδημα που αθροίζει το φτωχότερο του ανθρώπινου πληθυσμού δηλαδή 3,5 περίπου δισεκατομμύρια φυσικά πρόσωπα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες την κοιτίδα του παγκόσμιου καπιταλισμού τα εισοδήματα του πλουσιότερου 1% των αμερικανών αυξήθηκαν κατά 202% τα τελευταία χρόνια έναντι 36% για το μεσαίο πεμπτημόριο και 49% για το φτωχότερο πεμπτημόριο.  Ωστόσο αν αφαιρεθούν οι κρατικές παροχές, όπως η κρατική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τα κοινωνικά επιδόματα, αποδεικνύεται πως το εισόδημα των φτωχότερων αμερικανών σε πραγματικούς όρους μειώθηκε κατά 20% στα χρόνια που μεσολάβησαν από την έναρξη της κρίσης.

Η φύση του προβλήματος
Είναι γεγονός πως μέχρι την εποχή που ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση η διεύρυνση των ανισοτήτων θεωρούνταν δευτερεύον πρόβλημα, καθώς οι οικονομικές ελίτ γίνονταν πλουσιότερες, ενώ η ταυτόχρονη επέκταση του δανεισμού σε δυσθεώρητα μεγέθη διατηρούσε το βιοτικό επίπεδο σε σχετικά υψηλά επίπεδα κρύβοντας ουσιαστικά το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Όμως το σύστημα άγγιξε τα όρια του ενόσο τα υψηλά εισοδήματα που απολάμβαναν μία ιδιότυπη φορολογική ασυλία επανεπένδυαν  τα κέρδη τους μέσω της δανεισμού κρατών και ιδιωτών, ενώ την ίδια στιγμή η υπό συμπίεση μεσαία τάξη, από κοινού με τα αδύναμα οικονομικά στρώματα, θέλοντας να διατηρήσει το βιοτικό της επίπεδο αλλά και να ακολουθήσει τα πρότυπα που επέβαλε η ακραία καταναλωτική κοινωνία δανειζόταν ανεξέλεγκτα.

Σύμφωνα μάλιστα με μελέτες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στις ανεπτυγμένες χώρες και για μία περίοδο πέντε ετών πριν το 2007 η αναλογία δανείων προς το οικογενειακό εισόδημα αυξήθηκε από το 39% στο 138% . Παράλληλα το κόστος λειτουργίας των κρατών ακόμα και των χωρών που πειθαρχούν στις σταθερές του ελάχιστου κράτους (minimal state) αυξανόταν δραματικά. Έχοντας εμπεδωμένη μάλιστα την πολιτική των χαμηλών φορολογικών συντελεστών οι κυβερνήσεις οδηγήθηκαν υποχρεωτικά σε επέκταση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δανεισμού με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η λεγόμενη οικονομία του χρέους. Αυτό ακριβώς ήταν και το σημείο καμπής, καθώς πολλά επενδυτικά funds αντιλήφθηκαν τον επερχόμενο κίνδυνο  και προχώρησαν σε επενδύσεις χαμηλότερου ρίσκου (όπως η αγορά πολύτιμων μετάλλων) με αποτέλεσμα να σπάσει ο ασθενέστερος κρίκος της οικονομικής αλυσίδας, δηλαδή τα δάνεια των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων. Ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες το ζήτημα έλαβε δραματικές οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις λόγω των στεγαστικών δανείων όταν πολλοί ιδιώτες έχασαν τα σπίτια τους, τα οποία περιήλθαν στην κυριότητα τραπεζών με αποτέλεσμα να καταρρεύσει η αγορά κατοικίας και ευρύτερα ο κλάδος των κατασκευών.

Δυστυχώς τα μοντέλα κρατικής παρέμβασης απέτυχαν να λύσουν το πρόβλημα. Αυτό που κατόρθωσαν ήταν να κρατικοποιήσουν το χρέος (όπως έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες) είτε να μεταφέρουν χρέος από τις αγορές στις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις (όπως έγινε στην ενωμένη Ευρώπη), χαρακτηριστική είναι άλλωστε η μεταφορά του ελληνικού χρέους από ιδιώτες σε πιστωτές  κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μία φεντεραλιστικής λογικής προσπάθεια πολιτικής ενοποίησης μέσω του χρέους. Αναμφίβολα ο κυριότερος λόγος που αφέθηκε το ζήτημα να διογκώνεται είναι η δομή του καπιταλιστικού συστήματος που έχει δύο πυλώνες, την παραγωγή και την κατανάλωση, με την διεύρυνση των ανισοτήτων να διευκολύνει την αύξηση της παραγωγικότητας και επομένως της παραγωγής σε πραγματικούς όρους και τον δανεισμό να κρατά την κατανάλωση σε υψηλά επίπεδα μέχρι το 2008, που η κρίση χρέους δημόσιου και ιδιωτικού έθεσε τέλος στην ανεξέλεγκτη δανειοδότηση οδηγώντας στην κατάρρευση την κατανάλωση, την πραγματική οικονομία και την μεσαία επιχειρηματικότητα.

Προοπτικές και λύσεις
Μετά από αρκετά χρόνια έλλειψης προσανατολισμού και αναζήτησης λύσεων, κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί προσανατολίζονται (το είδαμε στο τελευταίο Νταβός) στην ενίσχυση του ανταγωνισμού, στην εισαγωγή προοδευτικών φορολογικών συντελεστών αλλά και στην δημιουργία πλέγματος κοινωνικής προστασίας. Προβαλόμενος στόχος της «νέας” οικονομικής πολιτικής είναι μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου χωρίς να περιοριστεί η επιχειρηματική δραστηριότητα, με άλλα λόγια η δημιουργία της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Δίχως άλλο λοιπόν το σημείο ισορροπίας που αναζητά η σύγχρονη οικονομία είναι η  άμβλυνση των ανισοτήτων χωρίς να περιοριστεί η οικονομική ανάπτυξη. Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο η οικονομική πολιτική που στοχεύει στην οριστική  έξοδο από την κρίση οφείλει να εδράζεται στην ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα, στις μεταρρυθμίσεις και στις στοχευμένες κοινωνικές παρεμβάσεις, με άμεση φυσικά προτεραιότητα το σπάσιμο των μονοπωλίων, είτε αυτά είναι κρατικά -φαινόμενο που απαντάται κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες- είτε είναι ιδιωτικά -φαινόμενο που εμφανίζεται στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης.

Παράλληλα, η έννοια της μεταρρύθμισης οφείλει να εστιάζεται καταρχήν στο άνοιγμα των επαγγελμάτων και άλλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αλλά και σε στοχευμένες κοινωνικές δαπάνες. Με απλά λόγια έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για την απαλλαγή των κρατικών προϋπολογισμών από τις πολυδάπανες οριζόντιες ενισχύσεις που έχουν σχεδόν καθολικό χαρακτήρα και την αντικατάσταση τους από στοχευμένες δράσεις και δίκτυα.Τέλος απαραίτητη είναι και μία συνολική μεταρρύθμιση των φορολογικών και ασφαλιστικών συστημάτων, που θα τα καταστήσει δικαιότερα για τους πολίτες και αποδοτικότερα για τα κράτη.

Απέναντι στοπ ιδεολογικό, πολιτικό και προγραμματικό πρόταγμα Καπιταλισμός και Αναδιανομή πολλοί θα μιλήσουν για θεμελιώδη αντίφαση ή για σχήμα οξύμωρο. Όμως σε μια εποχή που το δίπολο καπιταλισμού-κομμουνισμού έχει παρέλθει και στις μέρες αναμετρώνται εναλλακτικές μορφές του καπιταλιστικού συστήματος. Στην σημερινή εποχή των ελεύθερων αγορών, των ανοικτών κοινωνιών και της θεαματικής απήχησης αλλά και προόδου των νέων τεχνολογιών παλιά ιδεολογικά σχήματα δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις στις σύγχρονες ανάγκες. Επομένως  φιλελευθερισμός και σοσιαλδημοκρατία είναι απαραίτητο να αντιπαρατεθούν στα πολιτικά άκρα και τα φαινόμενα εθνικολαικισμού και να αποτελέσουν τα κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα που γύρω από τον ζωτικό πολιτικό χώρο του κέντρου θα δημιουργήσουν νέες ιδεολογικές, πολιτικές και προγραμματικές συνθέσεις, δίνοντας απαντήσεις στο διαχρονικό ζητούμενο της σύνθεσης της οικονομικής ανάπτυξης με την κοινωνική δικαιοσύνη. Διασφαλίζοντας την δίκαιη κατανομή πλούτου που δεν θα υπονομεύει την οικονομική αποτελεσματικότητα με κύριο στόχο την μεγιστοποίηση της ευημερίας μα και την ουσιαστική στήριξη των λιγότερο ευνοημένων.