Ηνωμένες Πολιτείες-Κίνα-Γερμανία, το επόμενο γεωστρατηγικό τρίγωνο;

Λίγες σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη αποδέσμευση του προέδρου Ξι Ζινπίνγκ από το όριο των δύο θητειών
Ηνωμένες Πολιτείες-Κίνα-Γερμανία, το επόμενο γεωστρατηγικό τρίγωνο;

Ήδη από την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης η αμερικανική στρατηγική σκέψη είχε κληθεί να απαντήσει στο καίριο ερώτημα για την ταυτότητα του δυνητικού αντιπάλου που θα αμφισβητούσε την κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αναγεννημένη Ρωσία, το Ισλάμ (ειδικά στην ριζοσπαστική του εκδοχή), η ενωμένη Αφρική, οι αναδυόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου, ακόμα και η τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα αποτέλεσαν τις σταθερές αλλά και τα πεδία ανταγωνισμού αυτής της μακρόχρονης αναζήτησης. Αξιοσημείωτο είναι πως παρά τα συνολικά της μεγέθη, την περιφερειακή της ισχύ και τις σοβαρές της προοπτικές να πρωταγωνιστήσει στη διεθνή σκηνή, η Κίνα δεν συμπεριλήφθηκε τουλάχιστον τα πρώτα μεταψυχροπολεμικά χρόνια στους πιθανούς αντιπάλους της Υπερδύναμης.

Αντίθετα η γεωπολιτική της θέση ακριβώς στο νευραλγικής σημασίας χώρο για τον έλεγχο της Ευρασίας σε συνδυασμό με τις συγκρουσιακές ακόμα σχέσεις της με τον βασικό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών, την Ρωσία, ουσιαστικά καθιστούσαν την Κίνα φυσικό σύμμαχο των Αμερικανών. Στο εξίσου ζωτικής σημασίας ζήτημα της οικονομίας η ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας όχι μόνο δεν προβλημάτισε την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά αντίθετα η χαμηλή αφετηρία και η έλλειψη ενεργειακών πόρων σε συνδυασμό με την ανάγκη εκσυγχρονισμού της κινεζικής οικονομίας πρόσφεραν στις αμερικανικές βιομηχανίες έναν σημαντικό πελάτη που αναζητούσε ενέργεια, βιομηχανικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, επιβατικά αεροπλάνα, τραίνα κλπ, δημιουργώντας για τις Ηνωμένες Πολιτείες την εποχή εκείνη ένα πολύ ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο, και καθιστώντας παράλληλα την Κίνα βασικό εμπορικό της εταίρο.

Όμως στην πορεία η ταύτιση γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων Κίνας-Ηνωμένων Πολιτειών αμφισβητήθηκε έντονα όταν η πρώτη άρχισε σταδιακά να βελτιώνει τις σχέσεις της με την Ρωσική ομοσπονδία, αναζητώντας φθηνή ενέργεια από τους φυσικούς πόρους της τελευταίας και όταν αργότερα προχώρησε σε οικονομικές -ακόμα και σε στρατηγικές- συνεργασίες, όπως η συμπαραγωγή οπλικών συστημάτων (χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μαχητικού Su-27) εξέλιξη που ενόχλησε την Ουάσινγκτον. Παράλληλα, η πρόθεση της Κίνας να δημιουργήσει υψηλών επιχειρησιακών δυνατοτήτων ένοπλες δυνάμεις στοχεύοντας στο πέρασμα από ένα στράτευμα με πρωτόγονα χαρακτηριστικά που βασίζεται στις τεράστιες μάζες του πληθυσμού της, σε μία εξελιγμένη τεχνολογικά πολεμική μηχανή που θα στοχεύει στην επίτευξη κυριαρχίας στις έξι διαστάσεις του πεδίου της μάχης (θεωρώντας ως τέταρτη διάσταση τον κυβερνοπόλεμο, πέμπτη το C4I, και έκτη το διάστημα).

Μια τέτοια στρατιωτική δύναμη αναμφίβολα δεν αποσκοπεί απλά στην προάσπιση του τεράστιου σε γεωγραφική έκταση εθνικού χώρου, αλλά  δύναται και να παρεμβαίνει δυναμικά για την προάσπιση των κινεζικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή, και να δημιουργεί σταδιακά έναν ισχυρό ανταγωνιστή για τις κυρίαρχες στον πλανήτη αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Επιπρόσθετα η μετεξέλιξη του κινεζικού στρατεύματος θα αυξήσει την μαχητική του ικανότητα και θα τον καταστήσει μικρότερο και οικονομικότερο, αποδεσμεύοντας κεφάλαια που νομοτελειακά θα κατευθυνθούν για την περεταίρω οικονομική ανάπτυξη του γίγαντα της ανατολής προοπτική που προφανώς επιτείνει τον οικονομικό ανταγωνισμό. Και φυσικά περιττό είναι να αναφέρουμε ότι μέγα μέρος των κεφαλαίων που επενδύονται σε R&D οπλικών συστημάτων επιδρά θετικά και στην ανάπτυξη κινεζικής υψηλής τεχνολογίας (κάτι ιδιαίτερα γνωστό στις ΗΠΑ, από τα δικά τους αεροδιαστημικά προγράμματα του παρελθόντος).

Παράλληλα στα τέλη του 2001 η κινεζική ηγεσία είδε με ανησυχία τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία να αγγίζει την μικρή μεθοριακή γραμμή με το Αφγανιστάν και ταυτόχρονα πολλές αμερικανικές βάσεις να εγκαθίστανται μόνιμα (;) σε χώρες της κεντρικής Ασίας, με πρόφαση την υποστήριξη των αμερικανικών δυνάμεων που δρούσαν εναντίον των Ταλιμπάν και της Al Qaeda. Τα τελευταία χρόνια η ολοένα αυξανόμενη ένταση στις σινοϊαπωνικές σχέσεις, με αποκορύφωμα το παρολίγον θερμό επεισόδιο στις νήσους Ντιόγκου-Σενκάου, τις περιπλοκές σχέσεις Κίνας-Ταϊβάν αλλά και της Ιαπωνίας με την Βόρεια Κορέα, σε συνδυασμό με την πρόσφατη πυρηνική κρίση στην κορεατική χερσόνησο (την πρώτη που καταγράφηκε μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου) απέδειξαν πως το κέντρο βάρους των διεθνών εξελίξεων έχει μετακινηθεί στον Ειρηνικό, προκαλώντας έτσι την δυσφορία της κινεζικής ηγεσίας που νιώθει ασφυκτικά περικυκλωμένη από την ισχυρή αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην κεντρική Ασία όσο και στον Βόρειο Ειρηνικό, αποδεικνύοντας στην πράξη και σε συνδυασμό με τον εμπορικό-νομισματικό πόλεμο και τον τεχνολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας αποτελεί πλέον παρελθόν.

Η νέα δασμολογική πολιτική που πρόσφατα εξήγγειλε ο πρόεδρος Τραμπ (στην οποία πάντως οι Κινέζοι δεν προτίθενται να απαντήσουν, όπως ρητά δήλωσαν) και επιχειρεί να αποκλείσει τις ευρωπαϊκές και κινεζικές βιομηχανίες από τις αμερικανικές αγορές δεν αποτελεί λοιπόν κεραυνό εν αιθρία, ούτε βέβαια μία προσωπική επιλογή του εκκεντρικού αμερικανού προέδρου. Αντίθετα αποτελεί μία ευρύτερη στρατηγική που προκύπτει από το θεσμικό πλαίσιο διαμόρφωσης εξωτερικής και οικονομικής των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς σταδιακά γίνεται ολοένα και πιο προφανές πως η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που τύλιξε τον πλανήτη μετεξελίσσεται σε γεωπολιτική.

Νομοτελειακά η αναδυόμενη πόλωση πρόκειται να ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα, επαναφέροντας στο προσκήνιο το έθνος-κράτος ως κυρίαρχο γεωπολιτικό μέγεθος και επανακαθορίζοντας το διεθνές σύστημα και τις διακρατικές σχέσεις. Σταδιακά λοιπόν διαμορφώνεται ένα νέο παγκόσμιο περιβάλλον όπου η επιδίωξη ενός ελεύθερου παγκόσμιου εμπορίου δείχνει να περνά σε δεύτερη μοίρα λόγω της στρατηγικής σύγκρουσης των μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη, που πλέον στοχεύουν να περάσουν σε ένα στάδιο παγκοσμιοποιημένου μερκαντιλισμού, επιδιώκοντας να δημιουργήσουν μεγάλους παγκόσμιους χώρους ελεγχόμενου εμπορίου στο οποίο οι ανταγωνιστές τους δεν θα έχουν καμία πρόσβαση. Στην πράξη αυτή την στιγμή επιχειρείται να δημιουργηθεί ένας μεγάλος ενιαίος εμπορικός και βιομηχανικός χώρος στην βορειοαμερικανική υποήπειρο που θα περιλαμβάνει τον τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και κράτη δορυφόρους και βασικούς εμπορικούς εταίρους της Ουάσινγκτον, τον Καναδά και το Μεξικό.

Καθώς λοιπόν γίνονται ορατά τα σημάδια αποσύμπλεξης των δύο γιγάντων γίνεται ορατή η νέα στρατηγική συμμαχία που επωάζεται μεταξύ της Κίνας και της Γερμανίας. Η Γερμανία υποσκελίζοντας την Γαλλία έχει αποκτήσει πλέον ηγεμονικό ρόλο στην ολοένα συρικνούμενη αλλά ακόμα σημαντική Ευρώπη, ασκώντας ασφυκτικό πλέον έλεγχο τόσο στις οικονομίες όσο και στις πολιτικές ηγεσίες των χωρών του βαθύτατα δοκιμαζόμενου νότου. Αυτός είναι και ο λόγος που στην Ευρώπη κανείς ηγέτης δεν έχει την σημασία που έχει η κα Μέρκελ για τους Κινέζους, καθώς έχει ρόλο κλειδί στο γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό όραμα τους και ταυτόχρονα μαθαίνουν απ’ αυτήν την μεθοδολογία της άσκησης ηγεμονικού ρόλου σε μία ήπειρο και της παράλληλης οικοδόμησης ειδικών σχέσεων με τους ανταγωνιστές τους. Γεγονός είναι επίσης πως Κίνα και Γερμανία καταλαμβάνουν αντιστοίχως την πρώτη και την δεύτερη θέση στις εξαγωγές σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ οι διμερείς τους σχέσεις βρίσκονται σε εξαιρετικό σημείο. ΄Ηδη μεταξύ των κρατών βρίσκονται σε πορεία υλοποίησης δεκαεφτά εμπορικές και οικονομικές συμφωνίες, στις οποίες περιλαμβάνονται η κατασκευή ενός ακόμα εργοστασίου της Volkswagen και η ίδρυση δύο ακόμα κοινοπραξιών με τον χημικό κολοσσό Basf που δεν διστάζει να επενδύσει στην επαρχία Σιντζιανγκ όπου δρουν οι Ουϊγούροι μουσουλμάνοι αυτονομιστές και που άλλες δυτικές επιχειρήσεις θεωρούν εξαιρετικά υψηλού κινδύνου.

Ταυτόχρονα άλλες συμφωνίες ανάμεσα στις δύο πλευρές περιλαμβάνουν την επιστημονική συνεργασία ακόμα και σε ευαίσθητους τομείς, την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κορυφαίων πανεπιστημίων των δύο κρατών, τον πολλαπλασιασμό των πολιτιστικών ανταλλαγών καθώς και την αύξηση της διδασκαλίας κινεζικών και γερμανικών. Πρόσφατα μάλιστα -διευρύνοντας την στήριξη του στον γίγαντα της ανατολής- το Βερολίνο επαναβεβαίωσε την ριζική του διαφωνία με την πρόταση των Βρυξελών να επιβληθούν κυρώσεις εναντίον κινέζων παραγωγών φωτοβολταϊκών, αγνοώντας τις καταγγελίες της Κομισιόν για ντάμπινγκ τιμών από τους Κινέζους. Ακόμα και στο ευαίσθητο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων η Γερμανία παρέχει διακριτική στήριξη στην κινεζική πλευρά καθώς κύκλοι των δυτικών διανοούμενων θεωρούν πως νομοτελειακά ο αναδυόμενος οικονομικός φιλελευθερισμός οδηγεί και στην εμπέδωση ατομικών δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών, καθώς ο καπιταλισμός θα αναδείξει μία νέα αστική τάξη που θα διεκδικήσει πολιτικές ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα, ίσως δε και μία μερική αναδιανομή της πολιτικής εξουσίας προς όφελος της και σε βάρος του κομματικού καθεστώτος. Πάντως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η σινογερμανική συμπόρευση εν πολλοίς εξαρτάται και από την αγαστή συνεργασία της Ρωσίας, κρίνοντας από την δυναμική του χερσαίου Δρόμου του Μεταξιού, αλλά και από τις προοπτικές ασφαλούς ναυσιπλοΐας στο αρκτικό Βόρειο Πέρασμα.

Αναμφίβολα μέχρι τώρα κυριαρχεί ένας συνδυασμός των σκοτεινών πλευρών των δύο συστημάτων, καθώς ο καπιταλισμός δημιουργεί τεράστιες ανισότητες αλλά και αντιφάσεις στο εσωτερικό της αχανούς και πολυπληθέστερης χώρας του πλανήτη, ενώ η κόκκινη δικτατορία περιφρονεί επιδεικτικά σχεδόν κάθε έννοια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όσοι αναλυτές λοιπόν υιοθετούν τον διεθνοπολιτικό ρεαλισμό, τον πεσιμισμό και τον σκληρό πραγματισμό του θεωρούν πως νομοτελειακά οι Ηνωμένες Πολιτείες αργά ή γρήγορα θα συγκρουστούν με την Κίνα (ήδη τα πρώτα σημάδια διαφαίνονται στην υποσαχάρια Αφρική), που φαίνεται να εξελίσσεται σε μεγάλη πολιτική δύναμη, ανάλογη του πληθυσμιακού μεγέθους της. Αν και η φημισμένη κινεζική αρμονία αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο. η δυσαρμονία και οι συγκρουσιακές σχέσεις αποτελούν τμήμα του πάντα μεταβαλλόμενου παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων. Έτσι λοιπόν η Κίνα μπορεί να μην αποτελεί για τους δυτικούς μία νέα… αυτοκρατορία του κακού όπως στο παρελθόν η ναζιστική Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση, εντούτοις αποτελεί μία δύναμη εξόχως αντιφατική που αυξάνει τον προβληματισμό, και μάλλον την ανασφάλεια των δυτικών.