Η συμφωνία των Πρεσπών έλυσε ή έκλεισε  το Μακεδονικό πρόβλημα; 

Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, πολλά ζητήματα παραμένουν
Η συμφωνία των Πρεσπών έλυσε ή έκλεισε  το Μακεδονικό πρόβλημα; 

Η συμφωνία των Πρεσπών, η οποία υπογράφηκε μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της FYROM, θεωρητικά έδωσε τέλος σε μια ιστορική εκκρεμότητα 25 και πλέον ετών. Με την συμφωνία διευθετήθηκαν θέματα όπως το ονοματολογικό,  αναγνωρίστηκε ως «Μακεδονική γλώσσα» το σλαβικό- βουλγαρικό γλωσσικό ιδίωμα, εκχωρήθηκε ο όρος «Μακεδόνας» αλλά και διευκρινίστηκε η διαφορετική ιστορική καταγωγή των κατοίκων της FYROM. Με την επίτευξη της συμφωνίας, δημιουργήθηκαν τετελεσμένα. Η Ελλάδα απεμπόλησε το πλέον ισχυρό διαπραγματευτικό της όπλο και ταυτόχρονα άνοιξε διάπλατα τις πόρτες για την ένταξή της FYROM, σε δύο εκ των  μεγαλύτερων οργανισμών στον κόσμο, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, όπως διακαώς επιθυμούσαν όλες οι κυβερνήσεις της FYROM. 

 

Όμως η συμφωνία των Πρεσπών, δημιούργησε πολλές αντιδράσεις, κυρίως στην Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της Βόρειας Ελλάδας. Πραγματοποιήθηκε πλήθος συλλαλητηρίων όπου πήραν μέρος χιλιάδες Έλληνες πολίτες, οι οποίοι χαρακτήρισαν  την συμφωνία προδοτική για την Ελλάδα και τα εθνικά συμφέροντα και ισχυρίστηκαν (και ισχυρίζονται) ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ παρέδωσε 2000 χρόνια ιστορίας λες ήταν τσιφλίκι της. Βέβαια, η εξωτερική πολιτική δεν γίνεται με συλλαλητήρια. Κανένας όμως από την κυβέρνηση ή τον ΣΥΡΙΖΑ ευρύτερα, δεν θέλησε (ή δεν κατάφερε) να εξηγήσει στον Ελληνικό λαό, να «σύρθηκε» ή να εξαναγκάστηκε να δεχτεί μια συμφωνία: να λύσει ή να κλείσει το «Μακεδονικό πρόβλημα». Τα δύο βασικά ερωτήματα που γεννώνται από όλη αυτήν την προσέγγιση και τη συμφωνία με την FYROM, είναι α) ποιά ανταλλάγματα κέρδισε η Ελλάδα; και β) τι διαπραγματεύτηκαν ακριβώς οι Έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες;

 

Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Ελληνική Κυβέρνηση θριαμβολογεί και ισχυρίζεται ότι με την συμφωνία των Πρεσπών δεν εκχωρήθηκε τίποτα στους Βόρειους γείτονές μας. Αντιθέτως δηλώνει ότι η Ελληνική πλευρά είναι αυτή που “κέρδισε” ανταλλάγματα από την συμφωνία. Το ποιά ακριβώς ανταλλάγματα κέρδισε η Ελληνική πλευρά δεν το γνωρίζει κανείς, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Δεν είναι αντιληπτό κανένα ουσιαστικό και σημαντικό αντάλλαγμα για την Ελλάδα εκτός από την ιστορική Ελληνική καταγωγή του Αλέξανδρου, την φιλία ενός κράτους παρία και έναν αμφιλεγόμενο γεωγραφικό προσδιορισμό.  Όμως η συμφωνία αναβαθμίζει ισχυρά τον πρωθυπουργό της Ελλάδας  κ. Τσίπρα (όπως και το ομόλογό του, της FYROM κ Ζάεφ) και βοηθάει στην πολιτική επιβίωση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Προφανώς αυτή είναι η μόνη και η απλή αλήθεια την οποία προσπαθούν να αποκρύψουν με την συστηματική προπαγάνδα τους. 

 

Στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση δεν είναι σαφής. Όπως όμως αποκάλυψαν τα WikiLeaks η FYROM επιθυμούσε το όνομα Βόρεια Μακεδονία  ήδη από το 2008. Κατ’ ουσία οι κύριοι διαπραγματευτικοί στόχοι της FYROM δεν άλλαξαν εδώ και μια 10ετία, και επιτεύχθηκαν όλοι και με το παραπάνω με την συνθήκη των Πρεσπών. Το γεγονός αυτό και η συμφωνία που υπογράφηκε τελικά, κάνουν φανερό ότι ως προς το περιεχόμενο της  η Ελληνική κυβέρνηση (ίσως) δεν διαπραγματεύτηκε συμφωνία για το μακεδονικό πρόβλημα καθοδηγήθηκε σε αυτήν παρασκηνιακά από τις ΗΠΑ. Η περίπτωση να «σύρθηκε» ή να εξαναγκάστηκε να δεχτεί μια συμφωνία που την σκέφτηκαν και την συνέταξαν άλλοι είναι πιο πιθανή.  Άλλα την συμφωνία την υπόγραψε η Ελληνική κυβέρνηση παίζοντας τον ρόλο των «χρήσιμων ηλιθίων». Και όπως φέρεται να είχε πει κάποτε και ο σύντροφος Λένιν, μετά την ανάληψη της εξουσίας οι «χρήσιμοι ηλίθιοι» εκκαθαρίζονται.

 

Η διευθέτηση του «Μακεδονικού προβλήματος» προέκυψε ως ανάγκη της αμερικανικής διπλωματίας να εξασφαλίσει την ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ. Οι  ΗΠΑ εργάστηκαν μυστικά και συστηματικά και πυροδότησαν την διαπραγματευτική διαδικασία και επέτυχαν την προσέγγιση. Τώρα πιέζουν ασφυκτικά και με κάθε τρόπο αμφότερες της κυβερνήσεις Ελλάδας και FYROM για την πρόοδο της συμφωνίας και την γρήγορη επικύρωσή της, ώστε να υλοποιήσουν τους σχεδιασμούς τους όσον αφορά την Βαλκανική χερσόνησο και να επιτύχουν τα γεωπολιτικά τους σχέδια, εκμεταλλευόμενοι το προφανές: την αδυναμία της χρεοκοπημένης (οικονομικά, και πολιτικά και εξουθενωμένης κοινωνικά Ελλάδας. Η Ελληνική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ αποδεικνύεται πρόθυμη να υπηρετήσει τα γεωπολιτικά σχέδια και συμφέροντά των ΗΠΑ.  Έτσι οι ΗΠΑ επέτυχαν αυτό που επιζητούσαν, την ένταξη δηλαδή της FYROM στο ΝΑΤΟ (αρχικά).

 

Το  2019 είναι έτος εκλογών. Και κατά πάσα πιθανότητα το κόμμα της ΝΔ να κερδίσει τις εκλογές και  ο κ. Κ. Μητσοτάκης να γίνει πρωθυπουργός και να βρεθεί αντιμέτωπος με το πρόβλημα, γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει ήδη απωλέσει την διπλωματική της ισχύ. Αν και ξεκαθάρισε στον Γερμανό Υπουργό Εξωτερικών κ. Χάικο Μάας ότι η ΝΔ δεν θα ψηφίσει την συμφωνία των Πρεσπών, θα κληθεί είτε να δεχτεί, είτε να επαναδιαπραγματευτεί από μια πολύ πιο δύσκολη θέση και χωρίς διαπραγματευτικά  ατού (την απολύτως απαραίτητη συγκατάθεση της χώρας μας για την ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ), μία υπόθεση η οποία είναι εκ των προτέρων χαμένη. Διότι η συμφωνία έχει ήδη αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, καθώς η πρόσκληση ένταξης της FYROM στο ΝΑΤΟ έχει αποσταλεί και έχουν ξεκινήσει οι ανεπίστρεπτες διαδικασίες ενσωμάτωσης. Και όπως τόνισε και ο ίδιος ΓΓ του ΝΑΤΟ κ. Γενς Στόλτνμπεργκ σε συνέντευξή του, «η συμφωνία των Πρεσπών παράγει αποτελέσματα αλλά και κυρώσεις για όποια πλευρά την αθετήσει». 

 

Εαν και όταν ολοκληρωθεί η συμφωνία, η Ελλάδα πρέπει και οφείλει (ιδιαίτερα η Βόρεια Ελλάδα και η Θεσσαλονίκη) θα κληθεί να επιδείξει  πολιτικό σθένος, λογική και τόλμη ώστε να στηρίξει και να υποστηρίξει συστηματικά και υπεύθυνα την FYROM. Να αναθερμάνει τις σχέσεις (οικονομικές, πολιτικές. Πολιτισμικές)  και να την μετατρέψει σε προνομιακό εταίρο στην περιοχή. Έτσι ίσως με τον καιρό οι κάτοικοι της ξεπεράσουν τα ιδεολογήματα που έχουν παγιωθεί στις συνειδήσεις τους, και μακροπρόθεσμα βγουν κερδισμένοι και οι δύο λαοί, χωρίς να νιώθουν απειλούμενοι.