Η Ρωσία του Πούτιν και η αμήχανη Δύση

Η αναμενομένη ανανέωση της εντολής στον πρόεδρο εγγυάται την συνέχιση της ρωσικής δυναμικής επιστροφής στα παγκόσμια τεκταινόμενα
Η Ρωσία του Πούτιν και η αμήχανη Δύση

Οι σημερινές εκλογές στην ρωσική Ομοσπονδία θα αναδείξουν για μια ακόμα φορά τον πρόεδρο Βλαδίμηρο Πούτιν ως απόλυτο κυρίαρχο στην ρωσική πολιτική σκηνή (μόνο ερώτημα είναι το ποσοστό που θα λάβει), και συνολικά την Ρωσία ως μια ευρασιατική δύναμη με τελείως διαφορετικές δομές εξουσίας -χαρακτηριζόμενη από ιστορική πορεία και μεθόδους διεθνοπολιτικής παρουσίας και εφαρμογής ισχύος μακρινές και συχνά δυσνόητες για τις δυνάμεις και για την κοινή γνώμη του ευρωατλαντικού, και ευρύτερα του δυτικού κόσμου. Κι όλα αυτά λίγες μόνο ημέρες μετά την κατάργηση του ορίου των δύο θητειών και την ντε φάκτο αναγνώριση του Κινέζου ως πιθανού ισόβιου ηγέτη.

Δύο ήταν τα κομβικής σημασίας διεθνή γεγονότα που σφράγισαν την τελευταία θητεία Πούτιν στο Κρεμλίνο: η συριακή κρίση και η σύγκρουση στην Ουκρανία, που οδήγησε στην προσάρτηση της διαφιλονικούμενης Κριμαίας στην Ρωσική Ομοσπονδία. Είναι πλέον σαφές πως και οι δύο πολεμικές  συγκρούσεις  εκφυλίστηκαν σε μακράς διαρκείας πολεμικές αναμετρήσεις με πρωτόγονα χαρακτηριστικά, με προφανή εμπλοκή τρίτων δυνάμεων και εξωτερικών παραγόντων και με τεράστιες απώλειες μεταξύ του άμαχου πληθυσμού, καταργώντας τα όρια μεταξύ ειρήνης και πολέμου και καθιστώντας για ακόμα μία φορά απολύτως σαφές πως οι έννοιες της άμυνας και της ασφάλειας είναι πλήρως ενοποιημένες στη σύγχρονη εποχή.

Ο εμφύλιος στην Συρία χαρακτηρίστηκε από ετερόκλητες και ρευστές πολεμικές ομάδες και συμμαχίες, που αλλάζουν ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία. Έδωσε την ευκαιρία στην Ρωσία να ενισχύσει την άλλοτε ισχνή  παρουσία της στην Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο και να αποτελέσει την ηγέτιδα δύναμη μίας αναδυόμενης ισχυρής ευρασιατικής συμμαχίας που περιλαμβάνει την ίδια, την Τουρκία και τον Ιράν.

Τα προηγούμενα χρόνια οι εξελίξεις στην Ουκρανία και η επιθετική στάση της Ρωσίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέστησαν μάλλον σαφές πως οι Ευρωπαίοι (με τους Αμερικανούς συμμάχους τους) συνεχίζουν να θεωρούνται ως ο απόλυτος εχθρός από την ρωσική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία. Στο πλαίσιο άλλωστε της παραδοσιακής διεθνοπολιτικής ανάλυσης η Ρωσία φαίνεται να είναι ο μεγάλος νικητής της Ουκρανικής κρίσης, καθώς έχει ανακτήσει ιστορικά εδάφη της, ενώ η εικόνα του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν ενισχύθηκε θεαματικά τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στην συνείδηση των εκτός Ρωσίας ρωσικών και ρωσόφωνων πληθυσμών, που του προσδίδουν πλέον χαρακτήρα πανεθνικού ηγέτη.

Ταυτόχρονα η Μόσχα φαίνεται να προχωρά στα πρώτα βήματα υλοποίησης του σημαντικότερου μεταψυχροπολεμικού στρατηγικού της στόχου, δηλαδή στην αποκατάσταση της ρωσικής επιρροής -ή ακόμα και κυριαρχίας- σε όλα τα κράτη που κάποτε συγκροτούσαν την ΕΣΣΔ, ενώ η στήριξη της Κίνας και της Ινδίας, τόσο στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών όσο και έξω από αυτόν αποδεικνύει πως έχει ισχυρούς στρατηγικούς εταίρους στην προσπάθεια ικανοποίησης των διεκδικήσεων της που δυνητικά σχηματίζουν μία ισχυρότατη ευρασιατική συμμαχία απέναντι στην Δύση.

Όμως στην αντιπαράθεση με την Ρωσία η Δύση -και ειδικά οι Ηνωμένες Πολιτείες- αντιπαρατάσσουν το υπέρτατο όπλο της οικονομίας, το ίδιο όπλο που στην τελευταία φάση του ψυχρού πολέμου και ειδικά στην περίοδο διακυβέρνησης από τον Ronald Reagan, δημιούργησε χάσμα ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, και οδήγησε στη διάλυση της δεύτερης. Η πορεία των γεγονότων άλλωστε κατέστησε σαφές πως η Ρωσία είναι ευάλωτη οικονομικά λόγω της ενσωμάτωσης της στις διεθνείς αγορές, καθώς η χρηματοδότηση της ρωσικής οικονομίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτές, ενώ η ίδια μπορεί να τις επηρεάσει σε πολύ μικρότερο βαθμό από τους αντιπάλους της.

Αξιοσημείωτο είναι πως η κρίση στην Ουκρανία αύξησε το κόστος δανεισμού της χώρας στο 9,4%, αυξάνοντας σε δυσθεώρητα ύψη το κόστος λειτουργίας της ρωσικής κρατικής μηχανής την ώρα που εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, όπως οι εξαγωγές και η πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου, μοιάζουν ιδιαίτερα επισφαλείς. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Παγκόσμια Τράπεζα, το ρωσικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 1,8% στην διάρκεια των  οικονομικών ετών 2014- 2017.  Ταυτόχρονα η επιβράδυνση της οικονομίας, η υποχρηματοδότηση της και η κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας στο εσωτερικό της αχανούς χώρας επαναφέρουν με δραματικό τρόπο μνήμες της ύστερης Σοβιετικής περιόδου.

Ήδη πρωταρχική στόχευση των ευρωατλαντικών δυνάμεων αποτελεί η πλήρης απεξάρτηση της δυτικής Ευρώπης και της βιομηχανικής βόρειας Αμερικής (Καναδάς, ΗΠΑ, Μεξικό) από το ρωσικό φυσικό αέριο που προσφέρει 420 δις ευρώ στην Ρωσία κάθε χρόνο. Μέσω των αγωγών που θα μεταφέρουν το ανταγωνιστικό φυσικό αέριο του Αζερμπαϊτζάν και ευρύτερα της κεντρικής Ασίας στις αγορές της Δύσης, αλλά και της άντλησης και αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων που υπάρχουν στην ανατολική Μεσόγειο.

Τις τελευταίες ημέρες η δολοφονία δύο Ρώσων πολιτών σε βρετανικό έδαφος ενεργοποίησε ένα σημείο έντασης στον πλανήτη, ένα γεωπολιτικό ηφαίστειο που βρισκόταν σε ύφεση και απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρο τον πλανήτη καθώς στην διάρκεια του ψυχρού πολέμου η βρετανική μεγανήσος και η ναυτική της ισχύ -και όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες όπως λανθασμένα πιστεύεται- αποτέλεσαν τον βασικό πόλο ανάσχεσης της σοβιετικής και επομένως ρωσικής πολιτικής επέκτασης στον βόρειο Ατλαντικό.

Σταδιακά γίνεται ολοένα και πιο προφανές πως η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που τύλιξε τον πλανήτη μετεξελίσσεται σε γεωπολιτική, καθώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης Δύσης-Ρωσίας με επίκεντρο την Ουκρανία αναβίωσε ψυχροπολεμικούς όρους σύγκρουσης αλλά και συμβολικές κινήσεις που έχουν να κάνουν με μετακινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων και με στοχεύσεις τεράστιων γεωγραφικών εκτάσεων από προηγμένα πυραυλικά συστήματα, αλλά και με την χρήση μεγάλου όγκου χρηματικών κεφαλαίων ως μοχλού πίεσης. Τα δραματικά γεγονότα στην Ουκρανία λοιπόν αποτελούν μία ιστορική νομοτέλεια (αποτέλεσμα της επιδίωξης της Ουάσιγκτον για επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς και για αναχαίτιση της ρωσικής πολιτικής επέκτασης, αλλά και της επιδίωξης του Βερολίνου για την δημιουργία μίας οικονομικής και πολιτικής ζώνης επιρροής στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη) που βαθμιαία έφερε σε σύγκρουση τις δύο κυρίαρχες δυνάμεις της Δύσης με την Ρωσική Ομοσπονδία και την προσπάθεια της να αποκαταστήσει την ρωσική επιρροή στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Έμπειροι αναλυτές υπογραμμίζουν πως το Κρεμλίνο μετά την Ουκρανία έχει την δυνατότητα να αποσταθεροποιήσει και άλλες γειτονικές χώρες, όπως την Μολδαβία, την Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν αλλά ακόμα και κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία. Παράλληλα, στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ ενισχύεται η άποψη πως η συμμαχία οφείλει να προετοιμαστεί κατάλληλα με στόχο να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα των χωρών της Βαλτικής και της ανατολικής Ευρώπης, ειδικά αν το Ουκρανικό ζήτημα λήξει με τρόπο ευνοϊκό για τα ρωσικά συμφέροντα. Ήδη κερδίζει έδαφος η άποψη της εγκατάστασης ισχυρών χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων που θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά σε μία δυνητική προσπάθεια αποσταθεροποίησης, επιλογή σαφώς προτιμότερη από μία πολεμική προσπάθεια αναίρεσης τετελεσμένων που θα δημιουργήσει μία εξέγερση ανάλογη με αυτή της Κριμαίας και της ανατολικής Ουκρανίας ή μία στρατιωτική εισβολή, καθώς με αυτόν τον τρόπο οποιαδήποτε προσπάθεια αποσταθεροποίησης θα μεταφραζόταν σε πολεμική ενέργεια εναντίον της Δύσης, και θα σήμαινε την άμεση εμπλοκή με το ΝΑΤΟ και τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Γίνεται σαφές λοιπόν πως η παρουσία του Νατοϊκών δυνάμεων θα ενίσχυσε το αίσθημα ασφάλειας στις απειλούμενες χώρες και λογικά θα απέτρεπε την υιοθέτηση στρατηγικής πρώτου πλήγματος (first strike policy) από πλευράς Ρωσίας (χωρίς πάντως να μπορεί να τις προστατεύσει από τη νέα μορφή πολέμου, του «υβριδικού»). Σε αντίθεση με πρόσφατες περιόδους, ο σημερινός διεθνής ανταγωνισμός κλιμακώνεται σε όλα τα πεδία αποδομώντας τις ψευδαισθήσεις ενός «παγκοσμιοποιημένου» και «πασιφιστικού» πλανήτη, διαμορφώνοντας κυρίαρχα μπλοκ και επιβεβαιώνοντας για ακόμα μία φορά την Μακιντεριανή θεωρία διάκρισης των ισχυρών του πλανήτη σε ναυτικές-θαλάσσιες και χερσαίες δυνάμεις. Νομοτελειακά λοιπόν η πόλωση ξεπερνά εθνικά σύνορα και επαναφέρει το έθνος-κράτος αλλά και συνεργατικά μοντέλα εθνικών κρατών ως κυρίαρχα γεωπολιτικά μεγέθη, επανακαθορίζοντας το διεθνές σύστημα και τις διακρατικές δυνάμεις.