Η ΕΚΤ μειώνει την παροχή ρευστότητας

Η πρόσφατη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας έχει φυσικά και εθνικές προεκτάσεις
Η ΕΚΤ μειώνει την παροχή ρευστότητας

Στις 26 Οκτωβρίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε την μείωση της Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE) κατά το ήμισυ, δηλαδή στα 30 δις ευρώ μηνιαίως, ως τον Σεπτέμβριο του 2018, όταν θα εξετάσει εκ νέου την στάση της. Η ενέργεια αυτή ακολουθεί  τον τερματισμό του προγράμματος από την Federal Reserve τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε. Το επιτελείου του Μάριο Ντράγκι κατέληξε σε αυτή την εισήγηση στο ΔΣ της EKT αφού εξέτασε τις τάσεις του πληθωρισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πάντα σε συνάρτηση με τις τάσεις της διεθνούς οικονομίας. Θυμίζουμε ότι η ΕΚΤ  δεν έχει ως αρμοδιότητα την προστασία της ανάπτυξης αλλά μόνο την τήρηση πληθωριστικών στόχων. Ο πληθωρισμός αναμένεται να κυμανθεί  μεταξύ 1,5 και 1,8% τα επόμενα δυο χρόνια.

Συζητήσεις προκάλεσε η δήλωση Ντράγκι ότι κανείς δεν υπονόησε ποτέ πως το πρόγραμμα θα λήξει κάποτε απότομα, ενώ ταυτόχρονα ανώνυμες πηγές της Τράπεζας διέρρεαν πληροφορίες πως κάποια μορφή ποσοτικής χαλάρωσης ενδέχεται να έχει αόριστη διάρκεια. Η άποψη αυτή βρίσκει αντίθετο τον πρόεδρο της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας Γιένς Βάιντμαν.  Η απόφαση προκάλεσε μικρή πτώση της τιμής του ευρώ, το οποίο όμως παραμένει ισχυρό λόγω των θετικών ενδείξεων που έχει εκπέμψει τους τελευταίους μήνες η ευρωπαϊκή οικονομία. Η ανάπτυξη της είναι σταθερά ανοδική (2,5% φέτος, 2,2% το 2018) αν και σχετικά μικρή, η ανεργία είναι παντού πτωτική, οι δε τράπεζες εμφανίζονται γενικά υγιείς.  Η  ΕΕ δεν έχει ανακάμψει με την ταχύτητα που αυτό συνέβη στις ΗΠΑ, και αυτό δεν εκπλήσσει, καθώς η οικονομία της  διακρίνεται από υψηλή εσωτερική ποικιλομορφία.

Η Ελλάδα δυστυχώς δε κατόρθωσε να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, δεδομένου πως αυτό απαγορευόταν για χώρες ευρισκόμενες σε πρόγραμμα σταθεροποίησης.  Εφόσον τον Αύγουστο του 2018 τερματιστεί η λεγόμενη περίοδος των Μνημονίων, τότε το αν η χώρα μας θα επωφεληθεί από το ευρωπαϊκό QE θα εξαρτηθεί από την ημερομηνία λήξης του. Είναι γεγονός πως το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα μπορούσε να ενισχύσει πολύ σημαντικά την προσπάθεια ανάκαμψης. Χάρη σ’ αυτό θα εξασφαλίζονταν σχετικώς χαμηλά επιτόκια για δανεισμό του Δημοσίου, κεφάλαια  για χορηγήσεις από τις ελληνικές τράπεζες, και φυσικά -σε συνδυασμό με τη ολοκλήρωση των Μνημονίων- θα βλέπαμε θεαματική βελτίωση της αντιμετώπισης της χώρας από τους ξένους επενδυτές, λόγω μείωσης του country risk.

Η εποχή της ανεξάντλητης ρευστότητας είχε σαν συνέπεια πολύ χαμηλά επιτόκια παγκοσμίως. Η Ελλάδα, με ανάγκες ίσως και 100 δις επενδύσεων για να καλύψει το χαμένο έδαφος, έχει σοβαρούς λόγους να επιθυμεί αυτό να γίνει με φτηνό χρήμα (τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά επιτόκια αναμένεται να πάρουν την ανιούσα μέσα στο 2019). Δεν είναι πάντως ξεκάθαρο κατά πόσον οι τράπεζες μας θα  εξασφάλιζαν σημαντικά κεφάλαια, θέτοντας εγγυημένα δάνεια ως ενέχυρο για δανεισμό από την ΕΚΤ, κι αυτό γιατί τα παλαιά δάνεια έχουν ήδη ενεχυριαστεί. Παράλληλα, η ασταθής κατάσταση της οικονομίας, ο πολύ μεγάλος αριθμός πολιτών καταχωρημένων στον Τειρεσία, και η  αναπόφευκτα φοβική προδιάθεση των  σημερινών Ελλήνων  σημαίνουν πως οι ενδιαφερόμενοι για κεφάλαια -που ταυτόχρονα θα μπορούν και να τα λάβουν, πιθανώς θα είναι ελάχιστοι.

Η τεράστια  εκκρεμότητα των κόκκινων δανείων και των οφειλών στο Δημόσιο, ύψους που υπερβαίνει τα 150 δις, αν δεν αντιμετωπιστεί σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία και με στρατηγική οπτική -όπως π.χ.από μία bad bank υπαγόμενη στο Υπερταμείο-  τότε, ακόμη και αν προλάβουμε τα υπολείμματα του QE, θα μείνουμε μόνο να τα κοιτάμε.

Φωτογραφία: Wikimedia Commons