Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια

Μια καταγραφή του έργου του Κυβερνήτη στο ιδιαίτερα κρίσιμο τότε πεδίο της διπλωματίας
Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια

Αντί προλόγου…
Ο Ιωάννης Καποδίστριας καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια εμπόρων με μακρά πολιτική παράδοση, και έφερε τον τίτλο του Κόμη. Αναμείχθηκε στα πολιτικά πράγματα από πολύ νεαρή ηλικία και το 1803 διορίστηκε γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας. Μετά την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε από την πολιτική και εντάχθηκε στη Ρωσική Διπλωματική υπηρεσία στην οποία και σταδιοδρόμησε επί σειρά ετών με μεγάλη επιτυχία, αναλαμβάνοντας θέσεις νευραλγικής σημασίας και καταφέρνοντας να αναδειχθεί υπουργός εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της στήριξης που παρείχε στην ελληνική επανάσταση.

Τα δεδομένα που είχε να χειριστεί ο Κυβερνήτης
Η ιδέα να κληθεί ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης της Ελλάδος διατυπώθηκε από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο ήδη από το 1821. Αργότερα η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε και από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Κορυφαία στιγμή στην ιστορία της ελληνικής επανάστασης αποτέλεσε η Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, η οποία στις  3 Απριλίου 1827 διόρισε τον Ιωάννη Καποδίστρια πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος με θητεία επτά ετών, ενώ παράλληλα ψήφισε και το -κατά τεκμήριο- αρτιότερο των Συνταγμάτων της Επαναστάσεως. Σημαντικό ρόλο στην κλήση του Καποδίστρια διαδραμάτισε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο αρχηγός του Αγγλικού κόμματος εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά η εκλογή Καποδίστρια θεωρήθηκε ήττα της Βρετανικής Εξωτερικής πολιτικής και νίκη της Ρωσίας.

Πρώτη κίνηση του νέου Κυβερνήτη ήταν να πραγματοποιήσει περιοδεία στις πρωτεύουσες των προστάτιδων, με πρώτο σταθμό την Αγία Πετρούπολη για να παραιτηθεί και επίσημα από την Τσαρική Διπλωματική υπηρεσία αλλά και για να διασφαλίσει οικονομική και πολιτικοστρατιωτική στήριξη από την Ρωσία. Στη συνέχεια επισκέφθηκε το Λονδίνο, όπου του επιφύλαξαν ψυχρή υποδοχή καθώς την επόμενη της άφιξης του κηδευόταν ο φιλέλληνας υπουργός εξωτερικών Τζωρτζ Κάνινγκ που για χρόνια κινούσε τα νήματα της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής υπέρ των ελληνικών εθνικών δικαίων. Καθώς λοιπόν η εκλογή Καποδίστρια είχε ήδη θεωρηθεί ήττα της Βρετανικής εξωτερικής πολιτικής, η αμοιβαία δυσπιστία οξύνθηκε ακόμα περισσότερο εξ’ αιτίας της θεαματικής προέλασης του ρωσικού στρατού στο έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου, που σύντομα υποχρέωσε τον Σουλτάνο να υλοποιήσει τους όρους της Συνθήκης του Άκερμαν. Είχαν δηλαδή γεννηθεί στους Βρετανούς φόβοι για μονομερή λύση του ελληνικού ζητήματος, που αποτέλεσμα θα είχε αμεσότερη πρόσδεση του ήδη ρωσόφιλου Καποδίστρια και του νεοσύστατου ελληνικού κράτους στη Ρωσία. Ταυτόχρονα η γαλλική στρατιωτική παρουσία στην Πελοπόννησο και η ενδεχόμενη επέκταση της δράσης στην Στερεά Ελλάδα με στόχο την εκκαθάριση των εναπομεινασών τουρκικών φρουρών θεωρήθηκε πως έθετε σε κίνδυνο την βρετανική ναυτική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο.

Ο Καποδίστριας μετά από σύντομη παραμονή στο Παρίσι (όπου έγινε θερμά δεκτός εξασφαλίζοντας την συνέχιση της Γαλλικής στρατιωτικής στήριξης) έφτασε στην Ελλάδα στις 6 Ιανουαρίου του 1828 επιβαίνοντας στο βρετανικό πολεμικό Warspite . Στο μεταξύ η άρνηση του Ιμπραήμ να συμμορφωθεί με τις διεθνείς συνθήκες που είχαν ήδη υπογραφεί και να διακόψει τις σφαγές και τις λεηλασίες στην Πελοπόννησο στάθηκε αφορμή για ένα καταλυτικής σημασίας γεγονός, τη ναυμαχία του Ναβαρίνου που κατέληξε στη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ενθουσιασμό στους επαναστατημένους Έλληνες, ποικίλες αντιδράσεις στο εσωτερικό των μεγάλων δυνάμεων και οργή στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Σουλτάνος χαρακτήρισε τη ναυμαχία του Ναβαρίνου βάναυση επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων στα εσωτερικά του κράτους του. Αντίθετα ο Τσάρος προβίβασε το ναύαρχο του ρωσικού στόλου Κόχραν. Αντιφατικές ήταν οι αντιδράσεις στη Μεγάλη Βρετανία, καθώς ο βασιλιάς Γεώργιος  Δ’ χαρακτήρισε το γεγονός «ατυχές» ενώ οι Άγγλοι πλοιοκτήτες αισθάνθηκαν ικανοποίηση καθώς είχε πάψει να υφίσταται ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, που αποτελούσε την σημαντικότερη απειλή για την παρουσία τους στην ανατολική Μεσόγειο. Ίδια αντίδραση υπήρξε και από τις ναυτικές δυνάμεις της Γαλλίας που αποφάσισε να ενισχύσει την στρατιωτική της παρουσία στην επαναστατημένη Ελλάδα, αποβιβάζοντας σώμα 14.000 ανδρών υπό την διοίκηση του έμπειρου στρατηγού Maizon με στόχο την εκκαθάριση της περιοχής από τις τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις που είχαν απομείνει.

Η αμυντική πολιτική του Καποδίστρια
Βασική προτεραιότητα της αμυντικής πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν η αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας στην επιδιωκόμενη επικράτεια του υπό σύσταση ελληνικού κράτους. Πρώτη του κίνηση ήταν η υπαγωγή του στόλου στην ουσιαστική διοίκηση της κυβέρνησης (μέχρι την εποχή εκείνη τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκύρηδων και τελούσαν υπό την δικαιοδοσία τους) και η ανάθεση της διοίκησης του νεοσύστατου Πολεμικού Ναυτικού στον ήρωα του ναυτικού αγώνα της επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη, που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να εξαλείψει το φαινόμενο της πειρατείας που λυμαινόταν για χρόνια τις ελληνικές θάλασσες, εκθέτοντας την χώρα διεθνώς. Την ίδια περίοδο στόχος του κυβερνήτη ήταν η συγκρότηση τακτικού ελληνικού στρατού που θα εκκαθάριζε την Στερεά Ελλάδα από τις εναπομείνασες τουρκικές φρουρές, καθώς υπήρχαν σαφείς ενδείξεις πως στην επικράτεια του νέου κράτους θα περιλαμβανόταν οι περιοχές που είχαν ελευθερωθεί. Γι αυτό ίδρυσε στρατιωτική σχολή -το λεγόμενο «Λόχο των Ευελπίδων»- αναδιοργάνωσε τον στρατό χωρίζοντας τον σε χιλιαρχίες και ανέθεσε την διοίκηση του στον πρίγκιπα Δημήτριο Υψηλάντη, που μέσα σε λίγους μήνες απάλλαξε την Στερεά Ελλάδα από τις τουρκικές δυνάμεις, κατορθώνοντας στο τέλος της εκστρατείας του να πετύχει συντριπτική νίκη εναντίον του οθωμανικού στρατού στην μάχη της Πέτρας Βοιωτίας (12-13 Σεπτεμβρίου 1829) όπου για πρώτη φορά Έλληνες νίκησαν σε εκ παρατάξεως μάχη του Οθωμανούς.

Oι διπλωματικοί χειρισμοί του Καποδίστρια
Όταν έφτασε ο νέος κυβερνήτης στην Ελλάδα δύο ήταν οι σοβαρές εκκρεμότητες της εξωτερικής πολιτικής του νεοσύστατου κράτους. Πρώτη, η διαπραγμάτευση των ευρύτερων δυνατών συνόρων με την παράλληλη και έγκαιρη όπως είδαμε απαλλαγή των εδαφών του από την παρουσία εχθρικών στρατευμάτων, και δεύτερη η ομαλή μετάβαση από το καθεστώς της αυτονομίας στην πλήρη ανεξαρτησία. Σύντομα ο Ιωάννης Καποδίστριας θεώρησε πως δεν θα μπορούσε να κυβερνήσει την χώρα στα πλαίσια του συντάγματος της Τροιζήνας και προχώρησε στην αναστολή του, αναλαμβάνοντας το σύνολο των εξουσιών. Με απόφαση της Βουλής προχώρησε στη συγχώνευση όλων των γραμματειών σε μία γενική γραμματεία, ως «Γραμματεία της Επικρατείας» (η οποία αργότερα ονομάστηκε «Πανελλήνιον») και στελεχωνόταν από 27 μέλη -όλα του στενού περιβάλλοντος του Κυβερνήτη- και είχε γνωμοδοτικό χαρακτήρα.

Με άλλα λόγια εγκατέλειψε το συλλογικό σύστημα διακυβέρνησης και υιοθέτησε ένα προεδρικό σύστημα αμερικανικού τύπου. Το «Πανελλήνιο», ένα σώμα σύμφωνο με τις αντιλήψεις περί κυβερνώσας βουλής (συγκέντρωνε αρμοδιότητες εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας) είχε πολλές αντιστοιχίες με τα ελβετικά συνταγματικά πρότυπα (στην διαμόρφωση των οποίων είχε συμβάλλει καθοριστικά ο Καποδίστριας την περίοδο που υπηρετούσε στο ρωσικό διπλωματικό σώμα), είχε διαιρεθεί σε τρία τμήματα οικονομίας, εσωτερικών και πολεμικών. Έτσι η εξωτερική πολιτική παρέμενε αποκλειστική αρμοδιότητα του κυβερνήτη γεγονός που του επέτρεπε να αξιοποιήσει το κύρος και την εμπειρία που είχε αποκτήσει στη διάρκεια της διπλωματικής του σταδιοδρομίας. Προτεραιότητα του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν η μεταφορά των διαβουλεύσεων των τριών προστάτιδων δυνάμεων σε ελληνικό έδαφος, εξέλιξη που σηματοδοτούσε την de facto αναγνώριση του ελληνικού κράτους. Το έργο είχε ανατεθεί ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1828, στους διαπιστευμένους διπλωμάτες των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη sir Statford Canning (Mεγάλη Βρετανία), Baron et Comte d’empire Armand-Charles de Guilleminot(Γαλλία), και του Comte de Ribeupierre(Ρωσία). Η έδρα των διαπραγματεύσεων μεταφέρθηκε αρχικά στην Κέρκυρα και στη συνέχεια στον Πόρο, απ’ όπου οι πρεσβευτές επικοινωνούσαν με τον κυβερνήτη, αναγνωρίζοντας με την παρουσία τους το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Η μεταφορά της έδρας των διαπραγματεύσεων δυσαρέστησε την Υψηλή Πύλη, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις να επιλέξουν να εγκαταστήσουν υποβαθμισμένες διπλωματικές αντιπροσωπείες με επικεφαλείς αντιπρεσβευτές (residents) και όχι πρεσβευτές. Πρώτος επικεφαλής διπλωματικής αποστολής που επέδωσε τα διαπιστευτήρια του ήταν ο Βρετανός Διπλωμάτης Edward Jacob Dawkins, το Νοέμβριο του 1829. Ακολούθησε η διαπίστευση του Γάλλου Βaron Pierre-Antoine Juchereau de Saint Denis, λοχαγού του Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος με πολυετή υπηρεσία στον Οθωμανικό στρατό, ο οποίος αντικαταστάθηκε τον Ιούνιο του 1829 από τον διπλωμάτη Comte-Rouen. Τέλος η Ρωσία εκπροσωπήθηκε από τον έμπειρο Κερκυραίο Διπλωμάτη Μάρκο-Αντώνιο Βούλγαρη, φίλο, μακρινό συγγενή και στενό συνεργάτη του Καποδίστρια που σταδιοδρομούσε στο Ρωσικό Διπλωματικό Σώμα και στο αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του έφτασε ως το βαθμό του πρεσβευτή της Ρωσίας στην Ισπανία.

Παράλληλα με τις πυρετώδεις διαβουλεύσεις οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι φρόντιζαν και για την προξενική εκπροσώπηση των χωρών τους, η οποία αναπτύχθηκε σημαντικά μετά τον διορισμό τους. Ήταν αυτές οι εξελίξεις που οδήγησαν τον Καποδίστρια στην επανασύσταση της γραμματείας με τίτλο «Γραμματεία επί των εξωτερικών και της εμπορικής ναυτιλίας» και καθήκοντα γραμματέα ανατέθηκαν στον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Η ταύτιση της γραμματείας των εξωτερικών με την εμπορική ναυτιλία μόνο τυχαία δεν ήταν, καθώς η εμπορική ναυτιλία ήταν το κυριότερο μέσο σύνδεσης των Ελλήνων με την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο, ο βασικός μοχλός πίεσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αλλά και ο μοναδικός τρόπος διάδοσης και υποστήριξης των ελληνικών θέσεων. Παράλληλα η οικονομικά καθημαγμένη εξαιτίας της μακρόχρονης πολεμικής σύγκρουσης Ελλάδα δεν ήταν δυνατό να χρηματοδοτεί την παρουσία διαπιστευμένων διπλωματικών υπαλλήλων σε τρίτες χώρες. Όμως η Γραμματεία Εξωτερικών εκδίδοντας διπλώματα σε εμπορικά πλοία όλων των μεγεθών, είχε σημαντικά έσοδα με τα οποία μπορούσε να καλύπτει το σύνολο των δαπανών.

Λίγο αργότερα Γαλλία και Ρωσία ανέλαβαν να ενισχύουν οικονομικά την Ελλάδα. Ειδικά ο Τσάρος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην χρηματοδότηση του νεοσύστατου κράτους, αποστέλλοντας 3.750.000 γαλλικά φράγκα. Την οικονομική αλλά και την Διπλωματική σημασία της Γαλλικής και της ρωσικής βοήθειας επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Καποδίστριας στην ομιλία του στα πλαίσια της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης στο Αργος στις 16 Ιουλίου 1829, όπου μεταξύ άλλων τόνισε: «Κατ΄αυτήν την εποχήν, καθ’ ην στιγμήν οι χρημματιστικοί πόροι μας ήσαν εξαντλημένοι, η Θεία πρόνοια μας εξαπέστειλε παρηγορίας. Οι Μεγαλειότατοι, ο Βασιλιάς της Γαλλίας και ο Αυτοκράτωρ της Ρωσίας και έπειτα, ο Μεγαλειότατος Βασιλεύς της Μεγάλης Βρετανίας ετίμησαν, ωσαύτως την Ελλάδα αποστέλαντες παρά τη ελληνική κυβερνήσει διπλωματικούς των πρακτόρους».

Ταυτόχρονα ο Καποδίστριας συνέχισε ακαταπόνητα να εργάζεται με σκοπό την επίτευξη όσο το δυνατόν πιο διευρυνόμενων συνόρων αλλά και την πλήρη ανεξαρτησία για την Ελλάδα. Όπως είδαμε, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος αποτέλεσε καταλύτη των εξελίξεων που οδήγησε στην υπογραφή του πρωτοκόλλου της 22ας Μαρτίου 1829 που προέβλεπε την ίδρυση αυτόνομου ελληνικού κράτους στην γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού και υποχρέωσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποδεχθεί τα τετελεσμένα με τη συνθήκη της Αδριανούπολης στις 14 Νοεμβρίου 1829. Σύντομα η αγγλική και γαλλική διπλωματία πρότειναν πλήρη ανεξαρτησία για το νέο κράτος. Έτσι υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα της 3ης Φεβρουαρίου 1830, που έδιναν πλήρη ανεξαρτησία για το ελληνικό κράτος με στενότερα σύνορα σε σχέση με εκείνα του 1829 (γραμμή Μαλιακού-Αχελώου) και εκλογή του Λεοπόλδου του Σαξβούργου ως βασιλέα. Ο Λεοπόλδος όμως παραιτήθηκε γιατί η Αγγλία δεν ανταποκρίθηκε στους όρους για διεύρυνση των συνόρων, εγγύηση της ανεξαρτησίας του νέου κράτους και οικονομική ενίσχυση.

Η εξωτερική και μεταρρυθμιστική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια διακόπηκε απότομα στις 9 Οκτωβρίου 1831 με την δολοφονία του στο Ναύπλιο. Μετά την δολοφονία του κυβερνήτη και την παραίτηση του Λεοπόλδου οι τρεις μεγάλες δυνάμεις υπέγραψαν την συνθήκη του Λονδίνου (1832) όπου αναγνώρισαν οριστικά την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος με σύνορα την γραμμή Βόλου-Άρτας και βασιλιά τον δευτερότοκο γιο του βασιλιά της Βαυαρίας Όθωνα.

Αντί επιλόγου
Συμπερασματικά λοιπόν ο Ιωάννης Καποδίστριας, μέσα από την εσωτερική ανασυγκρότηση στους τομείς της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης, την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας (και κυρίως των κλάδων της πρωτογενούς παραγωγής), την ανάκτηση του ελέγχου των θαλασσίων οδών και την απελευθέρωση εδαφών επεδίωξε να εμπεδώσει την εθνική κυριαρχία, να αυξήσει την γεωπολιτική ισχύ της Ελλάδος και να πείσει παράλληλα την δύσπιστη λόγω της ύπαρξης και της πολιτικής παρακαταθήκης της Ιεράς Συμμαχίας διεθνή κοινότητα και τις τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις πως στα παλιά εδάφη της αναξιόπιστης και ενίοτε εχθρικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιουργήθηκε ένα νέο και αξιόπιστο για τα συμφέροντα τους δυτικό κράτος. Ταυτόχρονα χάρη στο προσωπικό κύρος και την διπλωματική του εμπειρία ο Κυβερνήτης κατόρθωσε να διαπραγματευτεί με επιτυχία τα ευρύτερα δυνατά σύνορα και την μετάβαση από το καθεστώς της ανεξαρτησίας στην πλήρη αυτονομία.

Bιβλιογραφία
Δασκαλάκης Απόστολος: Κοραής και Καποδίστριας Αθήναι 1958, Ενεπεκίδης Π: Ρήγας-Υψηλάντης-Καποδίστριας 1965, Μακρής Θ: Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η προκυβερνητική πατριωτική του δράσις Αθήναι 1965, Βασδραβέλλης Ι: Η Φιλική Εταιρεία, ο Καποδίστριας και η ρωσική πολιτική, Εκδόσεις ΕΜΣ 1968, Π. Σουβάς: Ιωάννης Καποδίστριας. Η διπλωματική του δραστηριότης και η Ελληνική Επανάστασις, Αθήναι 1972, Κούκου Ελένη: Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος, ο διπλωμάτης (1800-1828) Αθήνα 1978, Δεσποτόπουλος Α: Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η απελευθέρωση της Ελλάδος, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, Αλιβιζάτος Ν. Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία (1821-1941) τεύχος Α’ (πανεπιστημιακές εκδόσεις) Εκδόσεις Σάκουλας Αθήνα 1991, Πετρίδης Π: Η διπλωματική δράσις του Ιωάννου Καποδίστρια υπέρ των Ελλήνων 1814-1831 Θεσσαλονίκη, Πετρίδης Π. Ιωάννης Καποδίστριας 1776-1831. Ο κορυφαίος Έλληνας Ευρωπαίος, Γκοβόστης 1992, Πετρίδης Π. Η Ευρωπαϊκή πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια Αφοί Τολίδη 1998, Στ. Παπαγεωργίου Το ελληνικό κράτος (1821-1909) Παπαζήσης 1998, Στ. Παπαγεωργίου: Ιστορία του ελληνικού έθνους Βιβλίο 18ο εκδόσεις Κάκτος, Διαμαντούρος Ν: Οι απαρχές της συγκρότησης ελληνικού κράτους στην Ελλάδα 1821-1828, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Τίρς Φ. (F. Thiersch): H Ελλάδα του Καποδίστρια Αφοί Τολίδη 1972, Μαριλένα Γρίβα: Το Υπουργείο Εξωτερικών, 1833-2007

Διονυσίου Τσόκου: «Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια» λάδι σε καμβά, 60 x 81 cm, Μουσείο Μπενάκη