Φιλοσοφία και Φαινομενολογία της ύπαρξης

Μια καταγραφή της ανθρώπινης προσπάθειας να σκιαγραφηθεί το ανέκφραστο
Φιλοσοφία και Φαινομενολογία της ύπαρξης

Οι έννοιες της λογικής, της ανθρώπινης ύπαρξης και της αυτονομίας είναι σήμερα κυριαρχικές φιλοσοφικές ιδέες και ιδανικά που στηρίζουν τις φιλελεύθερες και ανθρωπιστικού τύπου κοινωνίες. Φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με αποδεικτικά στοιχεία, πραγματικότητα, αλήθεια και αξίες δίνουν νόημα στις κοινωνικές δομές και πρακτικές που αφορούν στην υγεία και την έλλειψη αυτής. Η ψυχή, το πνεύμα και η σχέση αυτών με το μυαλό και το σώμα, υποκειμενικότητα και συνείδηση, η ατομική ταυτότητα και ο χαρακτήρας, η σκέψη, η θέληση, η μνήμη και αυτό που ο Descartes αποκάλεσε «πόθους της ψυχής» αφορούν και στη φιλοσοφική έρευνα και την ψυχιατρική, σαν πρακτικές επούλωσης, με ένα θεματικό, αναγκαστικά , φιλοσοφικό.
Ήδη η κατάθλιψη τείνει να ξεπεράσει την καρδιοπάθεια ως κυριαρχική αιτία θανάτου στον κόσμο.

Ο Φρόυντ άρχισε την πνευματική του αναζήτηση (ζωή) με ένα πάθος για τη φιλοσοφία. Στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης παρακολούθησε τα μαθήματα του Αριστοτελιστή Franz Brentano. Επηρεάστηκε κατά πολύ από την υπερβατική λογική του I. Kant, λογική που αποτέλεσε το κέντρο της Κοπερνικής Επανάστασης.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια πολλοί έχουν “επιστρέψει” στον Φρόυντ σαν φιλοσοφικά σκεπτόμενο, σχετιζόμενο και σχετικό με τη διαλεκτική του Hegel και με τη Νιτσεϊκή ορμή. Ο ίδιος ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι ανακάλυψε το ασυνείδητο, αλλά μετά το εξάμηνο με τον Charcot στο Παρίσι και τη δουλειά του με τον Joseph Breuer (1893-1895) o Φρόυντ “έψαξε”/αναζήτησε  μια θεραπευτική προσέγγιση στο ασυνείδητο και την υστερία.
Βέβαια, η δυσπιστία που συχνά εκδήλωνε είχε σχέση με το ότι στο τέλος του 19ου αιώνα η φιλοσοφία βρισκόταν σε χάος, με επιρροές από  τον Δαρβινισμό, τον υπερσεξουαλισμό και την ιεράρχηση πολιτισμών και φυλών.

Στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ο Ελβετός ψυχίατρος Ludwig Binswanger αναφέρθηκε στις προσπάθειες του Φρόυντ να βρει προηγούμενα στην “μεταφυσική του ασυνείδητου”, να προχωρήσει πέρα από τον Kant και  να αναζητήσει ένα Ding an Sich διαφορετικό από το “Noumenon” του Kant.
Την ίδια εποχή, φιλόσοφοι όπως ο Dilthey, Simmel, Maxweber και στην ψυχιατρική ο Karl  Jaspers, όρισαν τη μεθοδολογία τους σαν “ερμηνευτική”, που την άντλησαν από την καθημερινή ομιλία και από τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο κατανοεί ένα άλλο. Αυτό δεν αφορούσε μόνο στην άμεση παρατήρηση , αλλά και στο νόημα της συμπεριφοράς. Η νοηματική συμπεριφορά αποτέλεσε τη βάση της ψυχοπαθολογίας και ψυχοθεραπείας.

Ερμηνευτική και φαινομενολογία
Με βάση τις προηγούμενες απόψεις, ο νεαρός -τότε- ψυχίατρος Karl Jaspers ξανά-επεξεργάστηκε τις θεωρίες του Husserl για την έννοια της προθετικότητας, καθώς και τη στενή σχέση ανάμεσα στη νοητική διεργασία και το εμπειρόμενο (φαινομενολογικό) αντικείμενο ή –με τα λόγια του Husserl – “νόηση και νόημα”.  Η κατανόησή μας αφορά σε αυτό που έχει επίγνωση το μυαλό του άλλου ατόμου, δηλαδή τα προθετικά αντικείμενα. Στην ψυχιατρική είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τον κόσμο του ασθενή, δηλαδή τις πραγματικότητες που ο ασθενής έχει επίγνωση. Έτσι,  οι νοητικές διεργασίες συντίθενται για να συστήσουν τον κόσμο των αντικειμένων που ονομάζουμε πραγματικότητα.
Ο Gadamer  και ο Paul Ricoeur  περιόρισαν το υλικό της ερμηνείας σε κείμενα που οδηγούν στη σημερινή διαστροφική άποψη πως κάθε πραγματικότητα είναι “κείμενο” που συνίσταται από ομάδες σημείων. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από σειρά σημείων ή σημαινόντων.

Ας επιστρέψουμε στον Jaspers.
Ο Jaspers προσπάθησε να προειδοποιήσει τους ψυχιάτρους ότι κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως και ολοκληρωτικά ένα άτομο. Η κατανόηση ποτέ δεν είναι τελειωτική. Η απόδειξη πάντα παραμένει “ανεπαρκής” σύμφωνα με την άποψη του Husserl και η ερμηνεία -πάντα- παραμένει μια υπόθεση, όπου η αλήθεια δεν αποδεικνύεται από την απόδειξη. Ωστόσο, εάν κάποιος ενοποιήσει τα διάσπαρτα αποσπάσματα με τρόπο που δίνει νόημα, η αλήθεια μοιάζει αυταπόδεικτη. Παρόλα αυτά, ο ίδιος μας προειδοποιεί πως, ακόμη και τότε, η ερμηνεία εξαρτάται από την εμπειρική βάση, από την απόδειξη της έκφρασης /δράσης του ατόμου. Αυτή η εμπιστοσύνη στο εμπειρικό δεδομένο ορίζει την κατανόηση σαν “επιστημονική”.
Η κατανόηση κινείται κυκλικά. Αρχίζει κανείς με τις εκφράσεις ενός ατόμου, έπειτα βλέπει τους άλλους και εν συνεχεία δημιουργεί συνδέσεις μεταξύ τους. Ο Jaspers μίλησε και για την πολυπλοκότητα και αμφισημία των πιθανών νοηματικών συνδέσεων σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη προσωπικότητα και υποστήριξε ότι χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη τα εναλλακτικά -ακόμη και τα αντίθετα- νοήματα στην ερμηνεία μιας προσωπικότητας.
Ακόμη και στην περίπτωση του θανάτου δεν έχουμε πλήρη κατανόηση αυτού του νοήματος,  γιατί δεν έχουμε, πλέον, στοιχεία που θα μας βοηθήσουν. Υπάρχουν άπειρες ερμηνείες , έτσι, ποτέ και καμία ερμηνεία δεν είναι τελική.

Η κατανόηση και το κατανοητό βρίσκονται σε  κίνηση, λέει ο Jaspers. Γι΄ αυτό η κατανόηση δεν μπορεί να οριστεί μέσω  των φυσικών επιστημών και με τους κανόνες της λογικής. Τα κριτήρια για τον Jaspers βρίσκονται στη σύνδεση, το βάθος και τον πλούτο, καθώς και την κατανόηση που συνενώνει ένα άτομο. Η κατανόηση είναι διαφώτιση και αφαίρεση της μάσκας.

Η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης (του Jurgen Habermas).
Ο Habermas συζήτησε πολύ για την ερμηνευτική παράδοση και κατέθεσε τη δική του “γενικευμένη ερμηνεία” της φροϋδικής ψυχανάλυσης. Τόνισε ότι στην κλινική θεραπευτική κατάσταση υπάρχει μια αλληλεπίδραση μεταξύ ιατρού και ασθενούς, που συμβαίνει μέσω της επικοινωνίας. Έτσι, η κατανόηση του ασθενούς είναι διαφορετική από την κατανόηση ενός κειμένου, διότι ο ασθενής απαντά και συνεχίζει να απαντά, ενώ ο γιατρός απαντά στις απαντήσεις του ασθενούς.
Η κατανόηση εδώ είναι μια συνεχιζόμενη αλληλεπίδραση: παίρνει τη μορφή διαλόγου ανάμεσα σε δύο ζωντανούς συνεργάτες. Αυτός ο διάλογος διαφέρει από τη συνηθισμένη συζήτηση  μεταξύ δυο ανθρώπων. Ο γιατρός έχει μια κριτική έως υποψιασμένη στάση απέναντι στα λόγια του ασθενούς. Κατά κάποιο τρόπο ο θεραπευτής αντικειμενοποιεί τον ασθενή και τα λόγια του δεν λαμβάνονται υπόψη έτσι όπως έχουν λεχθεί. Αντίθετα, αυτό που λέει ο ασθενής εξετάζεται κριτικά για αυτό που θα μπορούσε πραγματικά να προδίδει για τον ασθενή.  Ο σκοπός του θεραπευτή  είναι να αποκαλύψει το νόημα των δηλώσεων του ασθενή τα οποία παραμένουν κρυφά για τον ίδιο τον ασθενή.  Όμως αυτή η διαδικασία “ξεσκεπάσματος” απαιτεί από τον ασθενή να πει περισσότερα  απαντώντας στο γιατρό. Σε κάθε βήμα αυτής της διαδικασίας ο γιατρός προσπαθεί να προδεί αυτό που θα αποκαλύψει αυτός ο διάλογος. Αυτό συμβαίνει δοκιμαστικά και αυτοκριτικά, γιατί χρειάζεται να δοκιμαστεί προσεκτικά απέναντι στο πρόδηλο που εξακολουθεί να ξεπροβάλλει. Η κατανόηση του ασθενούς υποβάλλεται σε πολλαπλές επαναδομήσεις κατά τη διάρκεια του διαλόγου.

Στην ουσία πρόκειται για μια επέκταση των απόψεων του Jaspers. Είναι μια δυναμική ανάπτυξης της κατανόησης που ο Jaspers δεν είχε αντιληφθεί επαρκώς. Αν ο ίδιος (ο Jaspers) αρθρογραφούσε σήμερα θα αποδεχόταν την φαρμακοθεραπεία, αλλά θα τόνιζε την ανάγκη για άλλου τύπου προσεγγίσεις. Θα θαύμαζε τα επιτεύγματα της νευροβιολογίας, αλλά θα επέμενε στη συνεχιζόμενη άγνοιά μας. Έτσι, μπορούμε να αντιληφθούμε την αξία της ψυχοπαθολογίας και ψυχοθεραπείας στην ψυχιατρική πρακτική.
Στην περίπτωση βέβαια που κάποιος θα ήθελε να ερμηνεύσει με σύγχρονο τρόπο την ύπαρξη των ανθρώπινων όντων μέσα στον κόσμο, τότε θα έπρεπε να ξεκινήσει από τη θεωρία ότι τα ανθρώπινα όντα είναι όντα στα οποία κάτι προχωρά προς αυτά (κάτι κινείται/κατευθύνεται προς αυτά), ωστόσο είναι και αυτά τα ίδια που προχωρούν. Παλιά αναφερόμασταν στο Θεό που έστειλε τα όντα  στον κόσμο. Σήμερα δίνουμε έμφαση στον ενεργό και ευρηματικό τρόπο ύπαρξης της σχέσης των ανθρώπων με τον κόσμο.

Με άλλα λόγια, έρχομαι στον κόσμο σημαίνει – κυρίως – δημιουργώ τον κόσμο, όπου το ανθρώπινο πλάσμα πρόκειται να προσέλθει σύμφωνα με τη σχεδίαση του καθενός, που δημιουργεί καθοδηγητικές εικόνες μιας ζωής αντάξιας της ανθρώπινης οντότητας.
Σαν όν που υπάρχει στη διαδικασία  της έλευσης, το ανθρώπινο πλάσμα είναι ένα ζώο που -βασικά- έρχεται από “μέσα”.  “Μέσα” εδώ σημαίνει έμβρυο, λανθάνουσα κατάσταση, απόκρυψη, υδάτινος κόσμος, συγγένεια, ύπαρξη στη μήτρα, ασυνειδησία, οτιδήποτε δεν μπαίνει σε λέξεις. Η έλευση και το διάφωτο συνυπάρχουν. Για τους Έλληνες το αρχέγονο διαζύγιο ανάμεσα στο μακρινό πριν και το μετά είναι η μετάβαση από τον προφορικό στο γραπτό λόγο. Ο Πλάτων το περιέγραψε στη «Μεγάλη Μεταβολή», όταν η αλληλουχία των κινήσεων στην εποχή του Κρόνου πήγαινε αντίθετα με τους δείκτες του ρολογιού, ενώ στην εποχή του Δία ακολουθούσε τη γραμμή των δεικτών του ρολογιού. Έτσι, όλος ο κόσμος άλλαξε κατεύθυνση κατά τη μετάβαση στην κυριαρχία των Ολύμπιων Θεών. Και αυτό αποτελεί μια επανάσταση στον τρόπο την οντότητας (της ύπαρξης) των πραγμάτων.

Αυτό που είναι επαναστατικό, αιφνιδιαστικό και αξιόλογο ξεχύνεται μπροστά με αυξημένη συχνότητα. Αυτό δε σημαίνει μόνο συγκρούσεις  πολιτισμών αλλά και πολυπραγμοσύνη, που απαιτεί ετοιμότητα από τους ανθρώπους για την πληθωρικότητα των αληθειών που προκύπτουν. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο εξυψώνουμε την αναζήτηση της γνώσης.  Όπως έλεγε ο Αριστοτέλης στο «Άλφα των Μεταφυσικών» όλα τα ανθρώπινα όντα από τη φύση τους επιζητούν τη γνώση. Η ιστορία, όπως και η έρευνα, αποτελούν σύμπτωση στην πορεία της οποίας τα πράγματα έρχονται στο φως. Αυτό συμβαίνει στην ανάλυση της Σοφόκλειας τραγωδίας «Οιδίποδας» .

Όταν ο Heidegger μετέφρασε/ερμήνευσε την αρχαία ελληνική λέξη «αλήθεια» σαν «αποκάλυψη», σωστά έδωσε έμφαση στο χαρακτήρα της αύξησης της αλήθειας στην ανθρώπινη προοπτική και συζήτηση, αν και υποψιαζόταν την ιδέα της συνεχούς συσσώρευσης γνώσης. Έτσι, έστειλε τον  όρο «αποκάλυψη» στην προεπιστημονική ερμηνεία του κόσμου. Σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν το ηρωικό παρελθόν των Ελλήνων που τους έδινε την ευκαιρία να αντικρύσουν τη διαδικασία της αποκάλυψης και κάλυψης χωρίς μεταφυσικά ηρεμιστικά.
Ο προσωκρατισμός του Heidegger αποσκοπούσε, όπως συμβαίνει και στη θεραπεία, σε μια νέα αρχή.  Μια καινούρια αρχή στους μοντέρνους καιρούς, μετά από μια επιστροφή στην κατάσταση πριν τη διαταραχή, θα ήταν ίσως εφικτή. Ο επανορθωτικός προσωκρατισμός συνιστά μια αρχέγονη θεραπεία λογικής , για να ξεπεράσει κανείς τις σκληρές άμυνες του μεταφυσικού ιδεατισμού. Λογική σαν είδος πλατωνικής μοναρχίας.

Ο Heidegger στην τελευταία του συνέντευξη στον Spiegel έλεγε: «μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει». Με όλα όσα σήμερα γνωρίζουμε, η λέξη θεός θα έπρεπε να αντικατασταθεί από τη φράση «ικανότητα δημιουργίας φύσεων», κάτι τέτοιο όμως αποτελεί μεγαλοστομία. Ίσως μπορούμε να μιλήσουμε για ικανότητα συνεργασίας με τις φύσεις.
Η συνεργασία προϋποθέτει να προδεί κανείς και να σχετικοποιήσει με σεβασμό προς τον άλλον. Πρόκειται για  μια αυτοδιδαχή. Έτσι και η κοινωνία του κόσμου πρέπει να προδεί  ή να χαθεί.

Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να θέσουμε το ερώτημα: «τί συνιστά την εικόνα της σύγχρονης φιλοσοφίας, πού την κινεί και την εξελίσσει;». Εδώ θα αναφερθώ στον σύγχρονο Αμερικανό αναλυτικό φιλόσοφο Richard Ronty, ο οποίος μας διδάσκει ότι είναι η εικόνα του «καθρέφτη της φύσης” που συνιστά το υποτιθέμενα συνεχές της φιλοσοφίας, όπως διαμορφώθηκε από τους Descartes , Locke και Kant μέχρι τις μέρες μας.
Σύμφωνα με τον  Ronty τα μεγάλα θεωρητικά παραδείγματα της δυτικής ιστορίας δεν στηρίζονται σε λογικού τύπου αρχές ή νοητικές υποθέσεις, αλλά σε δίκτυα μεταφορών, που ανοίγουν ένα συμβολικό χώρο απαραίτητο για κάθε διανοητική δραστηριότητα. Ακόμη και η ιδέα της αλήθειας που βρίσκουμε στον Αριστοτέλη και που οικειοποιήθηκε ο Locke για τον μοντέρνο εμπειρισμό, είναι μια μεταφορά που λειτουργεί στο μεταφυσικό, ευρύτερο μεταφορικό δίκτυο του πνεύματος, που αναζητά την ουσία και καταφέρνει να δημιουργήσει μια αντιπροσωπευτική αναπαράσταση της γνώσης.
Σύμφωνα με τον Ronty, η παραγωγή και άλλων εικόνων σκέψης, καινούριων μεταφορών μας οδηγεί σε μια φάση «μεταφιλοσοφική». Ο σημερινός ερμηνευτικός ορίζοντας , σίγουρα φέρει το βάρος της επιρροής του Ronty.

Στην αρχαία ελληνική σκέψη δεν υπάρχει θεωρία με τη σημερινή έννοια. Οι αρχαίοι Έλληνες ξεκινούσαν από την πρώτη εμπειρία αυτού που εμφανίζεται σαν «καλό” και «αγαθό”. Εν συνεχεία λάμβαναν υπόψη τους αυτό που θα μπορούσε να συστήσει το ίδιο το όν. Το όν αυτό δεν παραπέμπει σε καμία έννοια του όντος. Για παράδειγμα , το όν στον Kant ορίζει αυτό που δίνει πραγματική σύσταση, πραγματική παρουσία, αυτό που φανερώνεται σε εμάς πριν ακόμη το σκεφτούμε, σαν μια χάρη που μας προσφέρεται και μπροστά στην οποία δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, παρά να την υποδεχθούμε, σύμφωνα με την ελληνική λέξη «ενδέχομαι».

Χωρίς αυτήν την αρχική αποδοχή δεν υπάρχει φιλοσοφία και άρα δεν υπάρχει σκέψη. Έτσι, η ελληνική φιλοσοφική  σκέψη δεν γεννιέται από το τίποτα, αλλά γεννιέται μέσα από το όν.