Έξυπνη εξωτερική πολιτική

Πώς μπορεί μια χώρα οικονομικά ασθενής να υπηρετήσει τους εθνικούς της στόχους με πολύ περιορισμένα μέσα;
Έξυπνη εξωτερική πολιτική

Δε χρειάζεται να είναι κάποιος ειδικός για να γνωρίζει ότι ένα από τα πρώτα θύματα της πολυετούς μας οικονομικής -και συνολικής- κρίσης υπήρξε και η ελληνική εξωτερική πολιτική. Ελάχιστες φορές ζητήματα εξωτερικής πολιτικής κυριάρχησαν στο δημόσιο διάλογο, ενώ η όποια εμφάνισή τους στη δημόσια σφαίρα δεν είχε παρά συγκυριακό χαρακτήρα.

Το ζήτημα που τίθεται είναι τόσο υπαρξιακό όσο και πολύ πρακτικό: μία χώρα που επί επτά συναπτά έτη βρίσκεται σε κατάσταση μηχανικής οικονομικής υποστήριξης, που δεν μπορεί να δανειστεί από τις διεθνείς αγορές για να καλύψει τις ανάγκες της, που ασθμαίνοντας προσπαθεί να αναδιατάξει τους θεσμούς και την οικονομία της, που έχει χάσει μισό εκατομμύριο από τα πιο ταλαντούχα παιδιά της στο εξωτερικό και που υποφέρει από την πιο υψηλή νεανική ανεργία της Ευρώπης μπορεί να πιστεύει ότι δύναται να χαράξει εξωτερική πολιτική; Πώς μπορεί μια χώρα οικονομικά ασθενής να υπηρετήσει τους εθνικούς της στόχους με πολύ πιο περιορισμένα μέσα, τη στιγμή που μια παραγωγική οικονομία αποτελεί βασικό συντελεστή ισχύος ενός κράτους; Κοντολογίς, υπάρχει εξωτερική πολιτική για τους φτωχούς;

Η Ελλάδα φαίνεται να έχει δύο επιλογές: είτε να προσαρμόσει τους στόχους της στα διαθέσιμα μέσα, δηλαδή περιορίζοντάς τους, είτε να πολλαπλασιάσει την αποδοτικότητα των διαθέσιμων μέσων προκειμένου να συνεχίσει να υπηρετεί τα ίδια εθνικά συμφέροντα χωρίς εκπτώσεις. Η πρώτη επιλογή δεν μπορεί καν να είναι επιλογή, άρα την αφήνουμε κατά μέρος. Τι σημαίνει όμως η δεύτερη επιλογή για εμάς; Σημαίνει να αξιοποιήσουμε εργαλεία που τον καιρό των παχιών αγελάδων, παρά το άφθονο χρήμα που έρρεε, δεν αξιοποιήσαμε.

Μετατρέποντας την κρίση σε ευκαιρία, η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να γίνει πιο «έξυπνη», αν αποφασίσουμε να μετατοπίσουμε την αφιέρωση των διαθέσιμων υλικών και ανθρώπινων πόρων μας από την «σκληρή» και πιο ακριβή ισχύ (hard power) στην «ήπια» και λιγότερο ακριβή ισχύ (soft power). Όσο η Τουρκία παραμένει ένας προβληματικός αλλά και αυξανόμενα απρόβλεπτος γείτονας, μία τέτοια μετατόπιση δεν θα σήμαινε ότι θα πάψουμε να διατηρούμε συγκριτικά υψηλότερους αμυντικούς προϋπολογισμούς ως ποσοστό του ΑΕΠ μας. Σημαίνει όμως ότι θα εστιάσουμε στρατηγικά και μεθοδικά στον πολλαπλασιασμό της απόδοσης τριών εργαλείων και συντελεστών ήπιας ισχύος:
1. Οικονομική διπλωματία: η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να μάθει να πουλάει. Αν στο παρελθόν αυτό φάνταζε πολυτέλεια, τώρα είναι εθνική ανάγκη. Βασικοί της στόχοι θα είναι η αύξηση των ελληνικών εξαγωγών, η προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων στη χώρα και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας. Οι εθνικές μας αντιπροσωπείες στο εξωτερικό θα πρέπει αμφίδρομα να συνδέουν ελληνικές επιχειρήσεις με αγορές και ενδιαφερόμενους επενδυτές στις χώρες που εδρεύουν.
2. Πολιτιστική διπλωματία: πανεπιστημιακές έδρες ελληνικών σπουδών ανά τον κόσμο, ελληνικά πανεπιστήμια κρατικά και μη με αναπτυγμένο δίκτυο διεθνών σχέσεων και πλήρως ενταγμένα στον παγκόσμιο εκπαιδευτικό χάρτη, δίαυλοι επικοινωνίας με την παγκόσμια κοινωνία των πολιτών οφείλουν να τεθούν στην υπηρεσία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στόχος, να προωθηθεί το ελληνικό brand name ως γλωσσικό, πολιτιστικό, ιστορικό και τουριστικό αγαθό με σύγχρονη και επικαιροποιημένη αξία.
3. Αξιοποίηση της ελληνικής διασποράς: ποτέ η χώρα μας ως τώρα δεν κατάφερε να μετατρέψει την κατά τόπους ελληνική ομογένεια σε συνεκτική ομάδα πίεσης (lobby) και άσκησης πολιτικής επιρροής στα κέντρα λήψης αποφάσεων σημαντικών χωρών του εξωτερικού. Το Ισραήλ πρέπει να μελετηθεί συστηματικά ως επιτυχημένη περίπτωση κράτους που παρά το μικρό του μέγεθος ασκεί αποτελεσματική επιρροή σε χώρες του εξωτερικού, γνωρίζοντας και αξιοποιώντας στο έπακρο τους κανόνες του lobbying που ισχύουν στα πολιτικά τους συστήματα.

Παραδόξως, η ελληνική εξωτερική πολιτική θα μπορέσει να ανακτήσει τη σημασία του ρόλου της μόνο αν συνδεθεί ενεργητικά με το πρόταγμα της ποθούμενης εθνικής μας ανασυγκρότησης.