Εξορθολογισμός των αμυντικών δαπανών και ελληνική αμυντική βιομηχανία: η διπλή πρόκληση των καιρών μας

Τα τελευταία γεγονότα επιβάλλουν μια ριζική αναθεώρηση του σκεπτικού της εποχής Τσοχατζόπουλου
Εξορθολογισμός των αμυντικών δαπανών και ελληνική αμυντική βιομηχανία: η διπλή πρόκληση των καιρών μας

Είναι γεγονός ότι η πρωτοφανής σε ένταση και διάρκεια οικονομική κρίση προκάλεσε τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα στο σύνολο σχεδόν των κρατών της Υφηλίου, περιορίζοντας δραματικά τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Συνέπεια των δυσμενών εξελίξεων στην διεθνή οικονομία είναι και η μείωση των πιστώσεων για την εξυπηρέτηση αμυντικών δαπανών, και ειδικότερα των πολυδάπανων εξοπλιστικών προγραμμάτων. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το συνεχώς αυξανόμενο κόστος των νέας τεχνολογίας οπλικών συστημάτων, δημιουργεί ένα πραγματικά ασφυκτικό περιβάλλον και επηρεάζει την αποτρεπτική ικανότητα των περισσοτέρων κρατών.

Αναμφίβολα η Ελλάδα αποτελεί τον πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί στην παγκόσμια αγορά στρατιωτικών εξοπλισμών και υπηρεσιών άμυνας και ασφάλειας καθώς την εξοπλιστική φρενίτιδα της περιόδου 1996-2001 που δυστυχώς συνοδεύτηκε από κραυγαλέα κρούσματα διαφθοράς και διασπάθισης εθνικών πόρων ακολούθησε μία δεκαετής περίοδος (2004-2018) πλήρους στασιμότητας, με την δημοσιονομική κατάσταση της χώρας να καθιστά αδύνατη την χρηματοδότηση νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων -ακόμα και την αποπληρωμή παλαιοτέρων- στα πλαίσια των χρονοδιαγραμμάτων που είχαν συμφωνηθεί. Όσοι έχουν κατανοήσει την αλληλεξάρτηση μεταξύ της οικονομίας και των ενοποιημένων στη σύγχρονη εποχή εννοιών της άμυνας και της ασφάλειας αντιλαμβάνονται και την ανάγκη ισόρροπης επίτευξης ευρύτερων στρατηγικών στόχων. Με άλλα λόγια, η σχέση κρατικών φορέων και προμηθευτή είναι μία πολυεπίπεδη σχέση αλληλεξάρτησης, καθώς οι τεχνοκράτες και τα πολιτικά πρόσωπα που καθορίζουν την δημοσιονομική πολιτική αλλά και το ύψος των πιστώσεων που πρόκειται να εγκριθούν είναι υποχρεωμένοι να συνυπολογίσουν τα επιτόκια, τον πληθωρισμό, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες αλλά και την εξάρτηση βασικών μεγεθών του κρατικού προϋπολογισμού.

Την ίδια στιγμή οι στρατιωτικές ηγεσίες είναι απαραίτητο να συνυπολογίσουν το χρονοδιάγραμμα πληρωμών σε συνάρτηση με τις προβλέψεις των ετήσιων προϋπολογισμών του υπουργείου άμυνας, το κόστος του κύκλου ζωής, τις εγκαταστάσεις, τους πιθανούς εκσυγχρονισμούς αλλά και το λειτουργικό κόστος, το κόστος εκπαίδευσης του προσωπικού, των καυσίμων, των αναλωσίμων και των ανταλλακτικών που είναι απαραίτητα για την λειτουργία ενός οπλικού συστήματος. Παράλληλα η κυβέρνηση είναι απαραίτητο να συμπεριλάβει στον προϋπολογισμό αλλά και τους ευρύτερους σχεδιασμούς της τα μακροοικονομικά μεγέθη, τους στρατηγικούς και πολιτικούς στόχους, τις επιπτώσεις στη διεθνή θέση της χώρας, το ποσοστό συμμετοχής της εγχώριας βιομηχανίας στην παραγωγή του οπλικού συστήματος και την οικονομική ανάπτυξη.

Τέλος, την εξίσωση συμπληρώνει ο δυνητικός προμηθευτής του οπλικού ή των οπλικών συστημάτων που απαιτεί την αποπληρωμή της σύμβασης, την εξέλιξη του κόστους παραγωγής αλλά και την επίτευξη στρατηγικών και επιχειρηματικών του στόχων. Αναμφίβολα κορυφαίο πεδίο έρευνας των μικτών ομάδων ανάλυσης είναι η διαχείριση κινδύνου (risk management), καθώς στην εποχή της κρίσης και της ύφεσης είναι απαραίτητο αυτό να εκτείνεται σε ολόκληρο το χρονικό διάστημα υλοποίησης της προμήθειας, από την αρχική φάση της πρόσκλησης ενδιαφερομένων για την υποβολή προσφορών μέχρι και την περίοδο μετά την οριστική παραλαβή του οπλικού συστήματος, που συνήθως αφορά την ανάθεση συμβολαίων στους επιμέρους τομείς της λογιστικής υποστήριξης, της εκπαίδευσης και –κυρίως- τις μελλοντικές αναβαθμίσεις. Παράλληλα, η διαχείριση κινδύνου σχετίζεται κυρίως με την ελαχιστοποίηση της επίδρασης εξωγενών παραγόντων και είναι πολύ αποτελεσματική όταν ενσωματώνεται στην αρχική πρόταση.

Κύριοι εξωγενείς παράγοντες είναι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες -ειδικά σε περιπτώσεις που ο προμηθευτής επιθυμεί την αποπληρωμή σε άλλο νόμισμα από εκείνο της χώρας του αγοραστή- τα επιτόκια, οι τιμές των πρώτων υλών -άμεσα αν στο κόστος τους περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο προμήθειας του συστήματος ή έμμεσα όταν ο προϋπολογισμός του αγοραστή συνδέεται ή εξαρτάται από το κόστος των εξαγομένων ή εισαγομένων πρώτων υλών όπως ο χαλκός και τα καύσιμα, παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την τελική τιμή και την ομαλή εξυπηρέτηση του συμβολαίου. Ειδικά στην πρώτη περίπτωση των συναλλαγματικών ισοτιμιών στην οποία ο προμηθευτής θέτει ως όρο να πληρωθεί σε διαφορετικό νόμισμα από αυτό της χώρας του αγοραστή -για παράδειγμα δολάριο Ηνωμένων Πολιτειών αντί ευρώ- τότε απαραίτητος είναι ένας μηχανισμός ανταλλαγής (swap) με τον οποίο οι πληρωμές του αγοραστή θα μετατρέπονται στο νόμισμα του προμηθευτή. Μάλιστα στον μηχανισμό αυτό δυνητικά μπορεί να ενσωματωθεί η δυνατότητα ο αγοραστής να λαμβάνει μερίσματα, το όφελος και από πιθανές ευνοϊκές εξελίξεις ισοτιμιών ή να προστατεύεται από μία δυνητικά αρνητική εξέλιξη τους. Ταυτόχρονα και προφανώς σε έναν πιο σύνθετο επίπεδο είναι δυνατόν να δημιουργηθούν χρηματοδοτικά εργαλεία τα οποία αξιοποιούν τον συσχετισμό μεταξύ της εξέλιξης των τιμών και των ισοτιμιών.

Νευραλγικής επίσης σημασίας είναι η αποπληρωμή προγραμμάτων. Ακριβώς σ’ αυτόν τον τομέα απαραίτητη είναι η δημιουργία προτύπων που θα συνδυάζουν την απαίτηση των κυβερνήσεων για άμεση προμήθεια του υλικού και προέκταση του διαστήματος αποπληρωμής του προγράμματος σε βάθος χρόνου (και προφανώς μετά την παράδοση του υλικού σε προκαθορισμένα επίπεδα όσον αφορά το ύψος των καταβολών). Γίνεται σαφές πως με αυτά τα χρηματοδοτικά εργαλεία οι κυβερνήσεις μπορούν να ανταπεξέλθουν στις δυσχέρειες που δημιουργούν οι περιορισμένοι προϋπολογισμοί, οι οποίοι στις περισσότερες περιπτώσεις περιλαμβάνουν μεγάλου ύψους -σχεδόν πάντα- ανελαστικά κόστη λόγω τρεχουσών εμπλοκών, σε συνδυασμό βέβαια και με τις αυξημένες απαιτήσεις προμήθειας νέων συστημάτων και μέσων που έχουν υψηλό κόστος αγοράς και συντήρησης.

Σταδιακά, και με βάση τις παρούσες οικονομικές συνθήκες αλλά και τις τεράστιες ανάγκες που προκύπτουν για την διασφάλιση της αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδος, της Άμυνας και της ασφάλειας της, είναι απαραίτητο να προκαθοριστεί ένα ευρύτατο φάσμα προτάσεων και εναλλακτικών επιλογών, όπως η έκδοση ομολόγων. Είναι προφανές πως με λύσεις που μπορούν να σχεδιαστούν (custom designed) οι κυβερνήσεις μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τις επιλογές τους στην κατεύθυνση βέλτιστων χρηματοδοτικών λύσεων. Δίχως άλλοι οι αμυντικοί εξοπλισμοί και ευρύτερα η χρηματοδότηση της εθνικής άμυνας σχεδιάζονται για να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε κράτους, να ενισχύουν την αποτρεπτική του ικανότητα και να δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας στον λαό.

Αντικειμενικά, όταν αναφερόμαστε σε προγράμματα απόκτησης κύριου αμυντικού υλικού, καμία κυβέρνηση δεν πρόκειται να εκχωρήσει στρατιωτικό υλικό, την διαχείριση του ή έστω την διαχείριση ενός τμήματος του σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή άλλους ιδιωτικούς φορείς και ιδιώτες που δυνητικά μπορούν να αναλάβουν την αποπληρωμή του, την χρηματοδότηση από άλλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα ακόμα και την ενεργό συμμετοχή μεγάλων διεθνών επενδυτικών οργανισμών. Πέρα από κάθε αμφιβολία η καταλληλότητα του προτεινόμενου χρηματοδοτικού πλάνου εξαρτάται από τους αντικειμενικούς σκοπούς, τις προτεραιότητες, τις ανάγκες τόσο του αγοραστή όσο και του προμηθευτή ή των προμηθευτών.

Νομοτελειακά λοιπόν σκοπός της εκάστοτε Task Force που σχεδιάζει και υλοποιεί το Πρόγραμμα οφείλει να είναι η βέλτιστη λύση που θα ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Συμπερασματικά καθίσταται απολύτως σαφές πως η κρίση χρέους, η κατάρρευση των δημόσιων οικονομικών και η ένταξη της χώρας στους μηχανισμούς στήριξης διαμόρφωσαν μία νέα κατάσταση στην οποία είναι αναγκαίο να προσαρμοστούν οι δαπάνες εξοπλιστικών προγραμμάτων και γενικά τα οικονομικά της άμυνας και της ασφάλειας προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις αυξανόμενες ανάγκες ενός ολοένα και πιο ασταθούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος.

Τους τελευταίους μήνες κυριαρχεί στον εθνικό δημόσιο διάλογο η συζήτηση για το μέλλον των ελληνικών αμυντικών βιομηχανιών, καθώς η απαίτηση της Τρόικα για την διακοπή λειτουργίας τους σωστά συνάντησε την αντίδραση των ελληνικών κυβερνήσεων. Είναι προφανές πως διαχρονικά οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να κρατουν σε λειτουργία τις αμυντικές βιομηχανίες ΕΑΣ (επιχείρηση που προέκυψε από συγχώνευση των ήδη προβληματικών ΠΥΡΚΑΛ και ΕΒΟ) και ΕΛΒΟ, όπως και τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά και την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, προσβλέποντας στη διατήρηση θέσεων εργασίας και στην παραγωγή ή/και στην συντήρηση οπλικών συστημάτων για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Όμως ο απολογισμός της κρατικής διαχείρισης και των οικονομικών αυτών των επιχειρήσεων δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας, δεδομένου πως τα ΕΑΣ έχουν συσσωρευμένα χρέη προς το δημόσιο ύψους 1.1 δισεκατομμυρίων €, κυρίως λόγω καταπτώσεων εγγυήσεων τραπεζικών δανείων. Ταυτόχρονα το δημόσιο έχει αυξήσει το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας κατά 243 εκατομμύρια € τα τελευταία χρόνια με σκοπό να καλύψει τα ελλείμματα. Μολαταύτα τα ίδια κεφάλαια των ΕΑΣ έχουν αρνητικό πρόσημο και αδυνατούν να αποπληρώσουν ονομαστικές οφειλές ύψους(!) 140 δισεκατομμυρίων προς εργαζομένους, προμηθευτές και ΙΚΑ.

Την ίδια στιγμή η αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή είναι ουσιαστικά αδύνατη, αφού κανείς δεν πρόκειται να επενδύσει σε ζημιογόνα επιχείρηση, ενώ ο φετινός προϋπολογισμός προβλέπει μείωση παθητικού από τα 59 στα 45 εκατομμύρια. Η άλλη αμυντική βιομηχανία της χώρας, η ΕΛΒΟ, είναι σαφώς μικρότερη και έχει λιγότερες απλήρωτες υποχρεώσεις που ανέρχονται στα 53 εκατομμύρια, παρά τις συνεχόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, ενώ με βάση τον φετινό προϋπολογισμό υπάρχει η ελπίδα πως  η επιχείρηση θα επανέλθει στην κερδοφορία με κέρδη που θα αγγίξουν τα 15 εκατομμύρια. Αναμφίβολα οι αιτίες που προκάλεσαν την συνολική κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, η κρατική σπατάλη, το πελατειακό κράτος συνδικαλιστών και κομματικών μηχανισμών, όλα εκείνα που οδήγησαν στην ευνοιοκρατία και στον κρατικοδίαιτο καπιταλισμό της παρέας, κατέλυσαν την αξιοκρατία και τον εξωστρεφή χαρακτήρα που όφειλαν να έχουν όσες επιχειρήσεις λειτουργούν με τους όρους της ελεύθερης οικονομίας και εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό.

Ανάμεσα στις δύο ακραίες επιλογές, αυτής της διακοπής λειτουργίας της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και εκείνης της συνέχισης της δυσβάσταχτης αιμορραγίας του κρατικού προϋπολογισμού υφίσταται και η επιλογή της ιδιωτικοποίησης ή έστω της λειτουργίας με ιδιωτικοοικονομικούς εθνικούς όρους. Εύκολα γίνεται αντιληπτό πως η περεταίρω λειτουργία της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι κρίσιμη για την άμυνα και την ασφάλεια της πατρίδας μας. Γι αυτόν τον λόγο απαιτείται πολιτική υπευθυνότητα, μακροπρόθεσμος σχεδιασμός αλλά και την ανάλυση και μελέτη των διεθνών γεωπολιτικών εξελίξεων. Επομένως το κράτος είναι απαραίτητο να έχει την υψηλή εποπτεία παραγωγής οπλικών συστημάτων, καθώς οφείλει να χαράσσει την αμυντική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας του με βάση τα γεωπολιτικά δεδομένα και να παρακολουθεί όσο γίνεται στενότερα τις εξελίξεις στον επιστημονικό και τεχνολογικό τομέα της παραγωγής όπλων, της έρευνας και της καινοτομίας σ’ αυτόν.

Υπό από αυτές τις προϋποθέσεις το κράτος έχει την δυνατότητα, μέσα από αυστηρές προδιαγραφές που αφορούν τα οπλικά συστήματα, να κατανείμει ορθολογικά και με βάση τις πραγματικές ανάγκες για τις -ενοποιημένες στην εποχή μας- έννοιες της άμυνας και της ασφάλειας. Με αυτόν τον τρόπο και μέσα από το φιλτράρισμα της διάδοσης προς τον εμπορικό τομέα της τεχνολογικής καινοτομίας που προκύπτει από την επιστημονική έρευνα των πολεμικών τεχνολογιών, το κράτος ανάγεται σε ρυθμιστή της οικονομίας μα και της άμυνας. Δίχως άλλο η αμυντική βιομηχανία είναι χρήσιμη στην οικονομία μόνο όταν λειτουργεί ανταγωνιστικά και παράγει αξιόπιστα οπλικά συστήματα, στρατιωτικά οχήματα, ανταλλακτικά, πυρομαχικά και λοιπό εξοπλισμό σε ανταγωνιστικές τιμές.

Είναι προφανές πως για να συμβεί αυτό η ελληνική αμυντική βιομηχανία οφείλει να διεκδικήσει σημαντικό μερίδιο της διεθνούς αγοράς, καθώς είναι αδύνατο να είναι κερδοφόρα αν βασίζεται αποκλειστικά στις προμήθειες που καλύπτουν τις ανάγκες των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Όμως, ενόσω οι αμυντικές βιομηχανίες ελέγχονται ασφυκτικά από το κράτος ή ταυτίζονται απόλυτα με τον δημόσιο τομέα παραμένοντας φέουδα κομματικών ανταγωνισμών, δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στον διεθνή ανταγωνισμό. Στην εποχή μας η εύρυθμη λειτουργία της αμυντικής βιομηχανίας δεν σχετίζεται μόνο με τις στρατηγικές ανάγκες μίας χώρας αλλά και με την οικονομία της. Είναι προφανές πως η συγκυρία αφήνει ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη ιδιωτικών επιχειρήσεων που θα ασχολούνται με την συναρμολόγηση, την συντήρηση, την επισκευή και την παραγωγή νέων οπλικών συστημάτων, και με την ανάπτυξη νέων πολεμικών τεχνολογιών.

Στην μεταβατική κατάσταση που διαμόρφωσαν για την Ελλάδα οι μνημονιακές πολιτικές και για να βγει η ελληνική αμυντική βιομηχανία από το μακροχρόνιο τέλμα απαιτείται καταρχήν να αξιοποιηθει το επιστημονικά καταρτισμένο και ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό που δυστυχώς μεταναστεύει στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα είναι επιβεβλημένη η άμεση και δυναμική εκμετάλλευση των εισαγωγών που πραγματοποιεί η χώρα μέσω αντισταθμιστικών ωφελημάτων, με σκοπό οι εισαγωγές από ζημιογόνες για τον κρατικό προϋπολογισμό να καταστούν κερδοφόρες και ίσως οικονομικός πολλαπλασιαστής για την εθνική οικονομία. Νευραλγικής σημασίας είναι η συμπαραγωγή οπλικών συστημάτων που θα διατίθενται στην εγχώρια και διεθνή αγορά.

Συμπερασματικά, οι κρατικές δαπάνες προς την αμυντική βιομηχανία είναι απαραίτητο να καταστούν συμπληρωματικές των κοινωνικών δαπανών, να υπάρξει δηλαδή μία ουσιαστική και άμεση σύνδεση της παραγωγής οπλικών συστημάτων και της καινοτομίας που παράγεται μέσα από την ανάπτυξη της γνώσης και της συνεργασίας με εκπαιδευτικά ιδρύματα της ανώτατης, τεχνολογικής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ώστε να διαχυθούν τα ωφελήματα κάθετα και οριζόντια. Για να μπορέσει η Ελλάδα να σταθεί στον διεθνή ανταγωνισμό πρέπει να πάψει να συντηρεί ζημιογόνες επιχειρήσεις, να άρει τον προστατευτισμό προς αυτές και να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας τους για να τις καταστήσει κερδοφόρες. Έχει έρθει πλέον η ώρα να αρθεί επιτέλους το ρυθμιστικό, γραφειοκρατικό και φορολογικό περιβάλλον που αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, απελευθερώνοντας πολύτιμα κεφάλαια που θα διαμορφώσουν ένα καλύτερο αύριο για την πατρίδα μας.