Διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους: Είναι σήμερα εφικτός;

Λίγοι προβληματισμοί πάνω σε ένα πάντα επίκαιρο θέμα
Διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους: Είναι σήμερα εφικτός;

Η πρόσφατη απόρριψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας των αλλαγών Φίλη στην διδασκαλία των Θρησκευτικών προκάλεσε μία ακόμα από τις συχνές κρίσεις στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας όμως έχει και άλλο ουσιαστικό πολιτικό χαρακτηριστικό την προσπάθεια από την κυβέρνηση υπέρβασης ή ακόμα και κατάλυσης θεσμών, που συνθέτουν την κοινοβουλευτική δημοκρατία (όπως η Δικαιοσύνη) με στόχο την δημιουργία ενός αυστηρά προσωποπαγούς -σχεδόν μονοπρόσωπου- καθεστώτος γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα.

Ο διάλογος για τον διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους, που συνοδεύεται από πρωτοφανείς επιθέσεις σε βάρος του κλήρου δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο για την Ελλάδα της βαθιάς κρίσης, αλλά αντίθετα ανατροφοδοτείται από τις εμμονές και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς εθισμένης εδώ και δεκαετίες στην επιδίωξη της μονοπωλιακής νομής και διαχείρισης  της εξουσίας. Μιας Αριστεράς που πάσχει από ένα βαθύτατο αίσθημα μειονεξίας και ταυτόχρονα από μια αυταρχική, σχεδόν αλαζονική διάθεση απέναντι στον ελληνικό λαό και τις εθνικές παραδόσεις του αλλά και απέναντι στο ευρύτερο διεθνοπολιτικό περιβάλλον, που αναδεικνύει νέους κινδύνους για την χώρα, την ανεξαρτησία και την εθνική της φυσιογνωμία. Το εξελισσόμενο γεωπολιτικό σκηνικό υπογραμμίζει εμφατικά την αξία θεσμών που λειτουργούν ως παραδοσιακοί στυλοβάτες του έθνους, όπως η Εκκλησία.

Δε μπορούμε να αρνηθούμε πως διάφοροι ιεράρχες έχουν κατά καιρούς προβληματίσει τους συνετούς Έλληνες -εκκλησιαζόμενους και μη- με δηλώσεις μισαλλόδοξες και απαρχαιωμένες. Είναι επίσης γεγονός ότι κατά καιρούς έχουν αποκαλυφθεί σκάνδαλα οικονομικά μα και ηθικά, που πρόσφεραν επιχειρήματα στους αντιεκκλησιαστικούς ζηλωτές. Ωστόσο, θα έπρεπε κάποιος να είναι τυφλός, κουφός ή αρρωστημένα εμμονικός για να μην αναγνωρίζει το έντονο και αδιάκοπο κοινωνικό έργο των ενοριών και μητροπόλεων (πραγματική υλική παρηγοριά αυτά τα δύσκολα χρόνια), όπως φυσικά και το σημαντικό ποιμαντικό της λειτούργημα, το οποίο χαρίζει ψυχική ανακούφιση σε πάμπολλους συνανθρώπους μας. Είναι άραγε λοιπόν επιθυμητός ο διαχωρισμός Πολιτείας-Εκκλησίας; Μπορεί το ελληνικό κράτος να συνεχίσει την ιστορική του διαδρομή μακριά από την ορθόδοξη εκκλησία;

Η απάντηση είναι απλή για όσους πιστεύουν πως η ταύτιση έθνους-κράτους οφείλει να διατηρηθεί, καθώς ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της υπερχιλιετούς ελληνικής ιστορίας αλλά και της ελληνικής εθνικής ταυτότητας είναι ομολογουμένως η ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Ο ελληνισμός συμβιώνει για σχεδόν 2000 χρόνια με την ορθόδοξη εκκλησία, και η βιωματική, η μεταφυσική αυτή σχέση απογειώθηκε στα σκοτεινά χρόνια της κατοχής του ελληνικού χώρου από το Οθωμανικό Χαλιφάτο όταν η Εκκλησία συνέβαλε τα μέγιστα στην επιβίωση του ελληνισμού με το φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό της έργο, με την ανεκτίμητη συμβολή της στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας αλλά και της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων, καθώς το θρήσκευμα παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το βασικότερο στοιχείο διάκρισης των υπόδουλων από τους κατακτητές. Και φυσικά οφείλουμε να θυμόμαστε πάντα και την ουσιαστική συμβολή -κυρίως του χαμηλόβαθμου κλήρου- στην εθνεγερσία, στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, μα και στην αντίσταση κατά των Ναζί.

Όμως, πέρα από τα παραπάνω αυταπόδεικτα δεδομένα, ανακύπτουν και πρακτικά ζητήματα. Αν λχ πάψει η ορθόδοξη εκκλησία να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, ως τί θα υφίσταται ο Μουφτής της Θράκης, που από την συνθήκη της Λοζάνης ορίζεται ως δημόσιο πρόσωπο διορισμένο από την Ελληνική κυβέρνηση; Υπό ποια νομική μορφή θα λειτουργούν άλλες θρησκευτικές κοινότητες όπως το επίσης νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο και η καθολική εκκλησία; Και τι θα σήμαινε για τους πιστούς των άλλων θρησκειών και δογμάτων μια τέτοια εξέλιξη; Θα διατηρούσαν τις θρησκευτικές ελευθερίες τους που σήμερα προστατεύονται και κατοχυρώνονται από την Ελλαδική εκκλησία; Ξεχνούν οι φανατικοί θιασώτες του διαχωρισμού Πολιτείας -Εκκλησίας πως στην Ελλάδα υφίστανται τέσσερις -και κατ’ άλλους πέντε- εκκλησιαστικές ζώνες. Τί θα διαχωρίσουμε λοιπόν και ως πού; Στην Ελλάδα της βαθιάς και σίγουρα μακρόχρονης οικονομικής κρίσης ποιός θα αναλάβει το τεράστιο δημοσιονομικό κόστος αλλά και την διαχείριση δεκάδων πολιτισμικών και θρησκευτικών μνημείων που συνδέονται με την χριστιανική πίστη;

Σε όλα αυτά τα πολλά και περίπλοκα ζητήματα καλούνται να τοποθετηθούν οι μονοδιάστατοι αριστεριστές, αλλά και μια πνευματική νομενκλατούρα του μηδενισμού και της στείρας άρνησης, που από κοινού χρόνια κηδεμονεύουν την πατρίδα μας, στηλιτεύοντας κάθε πατριωτική, κάθε αυθεντικά προοδευτική άποψη και δράση. Όμως εδώ είναι και η δική μας ευθύνη, η ευθύνη των πολιτών που μακριά από τον στυγνό και αποστειρωμένο πολιτικό ορθολογισμό θα διαμορφώσουν μια νέα πατριωτική ιδεολογία, βαθιά ριζωμένη στη συλλογική συνείδηση του ελληνικού λαού και στην ιστορία του έθνους μας.

Φωτογραφία: ο πατέρας Αθηναγόρας Λουκατάρης, δημιουργός του κέντρου προστασίας ανηλίκων «Φάρος του Κόσμου” στον Δενδροπόταμο, σε εκδήλωση της ΦΑΑΘ