«Δεν υπάρχουν άνδρες πιά» «Δεν είναι γυναίκες αυτές»

Η Κατρίν Ντενέβ και η αποξένωση, που ζει και βασιλεύει
«Δεν υπάρχουν άνδρες πιά» «Δεν είναι γυναίκες αυτές»

Όσοι από σας έχετε δει το La Boheme είναι σχεδόν βέβαιο ότι συγκινηθήκατε απο τούτη την τραγική όπερα του Πουτσίνι. Με δυο λόγια η υπόθεση αφορά την φτωχική μα γεμάτη ζωή λίγων νέων ανθρώπων στο Παρίσι του 1896. Οι τέσσερις νεαροί εμφανίζονται να διαθέτουν καλύτερη μόρφωση -άρα και προοπτικές- από τις δύο κοπέλες, στοιχείο που πιστεύω πως αντικατοπτρίζει και την πραγματικότητα των καιρών εκείνων, και είναι μάλλον αδιάφορο στην περίπτωση μας. Αυτό που μου προκαλεί ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως σε μια παμπάλαια εποχή η μοδιστρούλα Μιμή και η πωλήτρια Μιζέτα τα φέρναν βόλτα ολομόναχες. Τα νεαρά αυτά κορίτσια, προερχόμενα πιθανώς από την ύπαιθρο, είχαν πλήρη έλεγχο της τσέπης τους μα και του κορμιού τους, ζώντας όχι απαραίτητα όπως οι τότε κοινωνικές νόρμες θεωρητικά επέβαλαν, αλλά όπως οι ίδιες επιθυμούσαν και όπως ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία τους, χειραφετημένες στην πράξη κι όχι στα λόγια. 

 

Τώρα θ’ απορείτε πώς κολλάνε ολ’ αυτά στην δήλωση της Κατρίν Ντενέβ και των άλλων 99 Γαλλίδων σχετικά με την διεθνή συζήτηση γύρω από το ζήτημα της σεξουαλικής κακοποίησης. Η Ντενέβ και η συντροφιά της επιχείρησαν να αναδείξουν την διάκριση ανάμεσα στο κακό φλερτ και στην κολάσιμη συμπεριφορά (στα καθ’ημάς ανάλογη προσπάθεια έκανε η Σώτη Τριανταφύλλου), τονίζοντας κάτι μάλλον αυτονόητο: το ότι η υπερβολή είναι βούτυρο στο ψωμί των πάσης φύσεως συντηρητικών, χριστιανών, μουσουλμάνων ή οποιονδήποτε άλλων, η δε συναναστροφή με τήρηση αυστηρών κανόνων είναι άχαρη. Η ενέργεια τους χαροποίησε φυσικά τα αρσενικά, ωστόσο προκάλεσε και την μήνη των οργανωμένων φενιστριών του δυτικού κόσμου, όπως και μεμονωμένων γυναικών με δυνατή φωνή. Η συλλογιστική τους επίσης ορθή: γυναίκες επώνυμες και φτασμένες έχουν την πολυτέλεια να αντιμετωπίζουν με άνεση τέτοιες καταστάσεις και η μεγαθυμία τους λειτουργεί βλαπτικά για τις υπόλοιπες, τις ανώνυμες του κόσμου μας. Είναι φυσικά αδύνατο να έχουν εξίσου δίκιο και οι δύο «παρατάξεις».

 

Εδώ απαιτείται να γίνουν δύο επισημάνσεις. Η πρώτη είναι ότι η εποχή όταν οι σημερινές εβδομηντάρες κι εξηντάρες γαλλίδες κινδύνευαν να πέσουν θύματα είναι ριζικά διαφορετική από την σύγχρονη. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είχαν περάσει έναν απίστευτο πόλεμο, που είχε επιδράσει καταλυτικά πάνω στον  ψυχισμό τους. Άνδρες και γυναίκες διέθεταν πολύ περισσότερη αυτοπεποίθηση, ενώ ταυτόχρονα ήταν και χαρακτηριστικά χαλαροί σε θέματα σεξουαλικής ηθικής, πράγμα που εύκολα διαπιστώνουμε ανατρέχοντας στην τότε συγγραφική και κινηματογραφική  παραγωγή (ακόμη και στην ελληνική). Η δεύτερη επισήμανση είναι ότι ναι μεν ο περί δικαιωμάτων ακτιβισμός έχει εκπέσει σε επάγγελμα ή σε εμμονή για ορισμένα άτομα, όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός της πρωτοφανούς εξαχρείωσης προσώπων σε υψηλές θέσεις, ανδρών και γυναικών, στρέιτ, γκέη και λεσβιών. Η διάχυτη πεποίθηση ότι όλα πλέον επιτρέπονται και αγοράζονται είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην υψηλή κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, και οδηγεί σε συμπεριφορές ελεεινές.

 

Παρά ταύτα, όσο κι αν κατανοώ τις αντιδράσεις, ομολογώ ότι έκλινα προς την θέση Ντενέβ μόλις την συνδύασα με μια άλλη δήλωση για το ίδιο θέμα, του Ίαν ΜακΚέλεν αυτή τη φορά. Ο -καθόλου συντηρητικός- Βρετανός ηθοποιός μας θύμισε ότι ανήθικος δεν είναι μόνο εκείνος που απαιτεί σεξουαλική υποταγή, είναι κι αυτός που προσφέρει σαρκική ηδονή επιδιώκοντας να ευνοηθεί σε σχέση με τους συνυποψηφίους του. Δεν πρέπει άρα να ξεχνάμε ότι ενώ για τύπους σα τον Γουάινσταϊν υφίστανται νομικά εργαλεία ικανά να επιτύχουν την δίκαιη τιμωρία τους, δεν προβλέπονται αντίστοιχες ποινές για κάποια ξύπνια άτομα που δήλωσαν διαθέσιμα, κερδίζοντας ρόλους όχι με το σπαθί τους. Και εν τέλει όχι μόνο το σύγχρονο γυναικείο φύλο είναι σαφώς πιο χειραφετημένο και θεσμικά προστατευμένο(πλήρως άραγε στην Δύση;) από ποτέ, μα και το ανδρικό είναι κατά κανόνα πολύ πιο ευαισθητοποιημένο γύρω από τις ανάγκες των θηλυκών, κάνοντας συνεχείς φιλότιμες προσπάθειες να μην σκέφτεται μόνο με το… κάτω κεφάλι. Είναι δηλαδή άδικο να αφορίζεται σύσσωμο ως «γουρούνια», επειδή όντως ορισμένα μέλη του επιμένουν να εκδηλώνουν τέτοια ζωικά χαρακτηριστικά.

 

Η Ντενέβ & Σια με την παρέμβασή τους μου θύμισαν κάτι που πριν χρόνια λεγόταν -σε χωριστές παρέες- όσοι ήμασταν ελεύθεροι. Στην εποχή της ανεμπόδιστης επικοινωνίας και υλικής ευημερίας οι γυναίκες διαμαρτύρονταν ότι δεν υπήρχαν άνδρες, και οι άνδρες για το αντίστροφο. Ήταν αστεία αυτή η γκρίνια, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι οι περισσότεροι έβρισκαν τρόπο να περνούν καλά στα μουλωχτά. Το δυστύχημα ήταν ότι σχεδόν όλοι έμεναν ανικανοποίητοι επειδή έβαζαν τον πήχυ ψηλά, συχνά ψηλότερα απ’ ότι τους άξιζε, εγκλωβισμένοι σε ναρκισσιτικές αγκυλώσεις. Οι κοπέλες δηλαδή αντιδρούσαν με αγένεια μόλις τους πλησίαζε κάποιος φαινομενικά αδιάφοροε σε ένα μπαρ, επειδή απλά θεωρούσαν ότι θα ‘χαναν τον χρόνο τους, τα δε παλικάρια κολλούσαν με τις απορρίψεις από τις ομορφότερες, αδιαφορώντας για εκείνες της «διπλανής πόρτας», για κάθε Μιμή και Μιζέτα που θα ήθελε να φλερτάρει μαζί τους. Υποψιάζομαι ότι τέτοια βιώνουν και οι νυν 30+, χαραμίζοντας τελικά ευκαιρίες να εκπλαγούν, να παθιαστούν, να ζήσουν αλησμόνητες στιγμές, ακόμη και να βρουν κάτι κοντινό στο άλλο τους μισό. Έρωτας με προδιαγραφές, κανονιστικό πλαίσιο και πρωτόκολλα δε γεννιέται παιδιά, κακά τα ψέματα. Το φλερτ ήταν ήδη μια δύσκολη ιστορία, μη φτάσουμε και να το καταργήσουμε λόγω υπερβάλλοντος ζήλου πολιτικής ορθότητας.

 

Φωτογραφία: η Ντενέβ με τον διάσημο τότε Ντέιβιντ Μπέιλι, γύρω στο 1965