Δεν υπάρχει πολιτική δίχως συναίσθημα

Ο λαϊκισμός έχει μεν γελοιοποιηθεί, ωστόσο δεν αρκεί η λογική ως θεμέλιο ευρείων πλειοψηφιών
Δεν υπάρχει πολιτική δίχως συναίσθημα

Τελικά, η αποδοχή της αμερικανικής προσφοράς για την αναβάθμιση των F-16 ήταν η μοναδική αξιοσέβαστη πράξη του Μαξίμου κατά την προηγούμενη εβδομάδα. Κατά τ’άλλα, ο Κουβέλης εξήγγειλε προμήθεια φρεγατών επειδή μάλλον δε κατάλαβε τί είχε συζητήσει σχετικά ο Τσίπρας με τον Μακρόν. Ο Καμμένος, πιστεύοντας ίσως ότι έτσι θα καλόπιανε τα στελέχη του Ναυτικού, έσπευσε να απονείμει βαθμό Ναυάρχου στην Μπουμπουλίνα. Ο Σταμάτης Κριμιζής παραιτήθηκε από την εγχώρια…NASA καταγγέλλοντας μπάχαλο και λαμογιές, για να εισπράξει ειρωνικά σχόλια του Παππά. Ο διάδοχός του ονόματι Πρωτοπαππάς είναι από κείνους τους τύπους που απορρίπτουν τον «σύγχρονο κόσμο», μιλούν για «βαλανιδοφάγους κουτόφραγκους», και υποκαθιστούν την επιστήμη και την τεχνολογία με προστάτες αγίους. Η δε υποτιθέμενη νυχτερινή τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Τζανακόπουλου και Μαρινάκη -όπως αυτή παρουσιάστηκε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο- συγκρίνεται σε αστειότητα μόνο με το αλησμόνητο εκείνο σενάριο της απόπειρας απαγωγής του Βαξεβάνη. 

 

Η παραπάνω φαρσοκωμωδία αποτελεί μέρος της πραγματικά απεγνωσμένης προσπάθειας των κυβερνώντων να ανακτήσουν τον έλεγχο του δημόσιου διαλόγου, προσπάθειας που προκαλεί μάλλον γέλιο παρά εντύπωση. Παρόλα αυτά, στο ίδιο διάστημα συνέβησαν και τρία γεγονότα δημοσιονομικού ενδιαφέροντος, τα οποία μπορούν να κρίνουν την μακροβιότητα αυτής της κυβέρνησης, χωρίς πάντως να τύχουν ιδιαίτερης δημοσιότητας (αν και τελευταία κυρίως μας απασχολούν τα ελληνοτουρκικά, το πρόσφατο γεγονός που συγκλόνισε τους Έλληνες ήταν η τραγική ιστορία της 22χρονης παιδοκτόνου). Αυτά ήταν η απόρριψη της νομοθεσίας για τον ΕΦΚΑ των ελεύθερων επαγγελματιών από το ΣτΕ, η έναρξη πλειστηριασμών για οφειλές 500 € στο Δημόσιο, και η νέα πολύπλευρη διάψευση της προοπτικής για «καθαρή έξοδο» (από τον Σολτς, τον Μοσκοβισί άλλα και τον ίδιο τον Τσακαλώτο). Τέτοια στοιχεία, συνδυασμένα με κάποια άλλα για την εξέλιξη των ταμειακών διαθεσίμων του κράτους και με την δραστική περικοπή των συντάξεων από την αρχή του ’19, πιέζουν ως γνωστόν την κυβέρνηση και εξωθούν μορφές του ΣΥΡΙΖΑ (πχ Φίλης, Μπαλάφας και Σκουρλέτης) να καλλιεργούν εκ νέου το γνώριμο αφήγημα, την ελπίδα για «κοινωνικά δίκαιες πολιτικές» μετά την αυγουστιάτικη λήξη των Μνημονίων. 

 

Κρίνοντας από τα αρκετά σταθερά ποσοστά του βασικού κυβερνητικού εταίρου ένα σημαντικό κομμάτι της κοινής γνώμης εξακολουθεί να τείνει ευήκοα ώτα στα επαναλαμβανόμενα συριζαίικα «θα». Σίγουρα κάποιοι από αυτούς είναι παθολογικά αφελείς, όμως υποψιαζόμαι ότι η συντριπτική πλειοψηφία τους είτε σαγηνεύεται από απτά οικονομικά θέλγητρα, είτε διακατέχεται από ακατάσχετη αντιδεξιά εμμονή. Τα άτομα αυτά θα σταθούν δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τέλους, διασώζοντας το κόμμα αυτό και όσα αρνητικά εκφράζει από στρατηγική ήττα, τουλάχιστον προς το παρόν. Ο δε Τσίπρας έχει έναν άσο στο μανίκι για να μειώσει τη διαφορά, μία πολυπόθητη και πιθανώς αναγκαία γενναιόδωρη διαχείριση των κόκκινων δανείων και οφειλών. Εν τούτοις αυτή η προοπτική είναι μάλλον απίθανη, δεδομένης της απέχθειας κάθε νεοκομμουνιστή για την μεσαία τάξη και για τους «νοικοκυραίους». 

 

Υπό αυτές τις συνθήκες, τί θα μπορούσε να κάνει η ΝΔ για να διευρύνει το προβάδισμα της και να επιτύχει την αυτοδυναμία; Είναι αλήθεια ότι αντιμετωπίζει κάποιες προκλήσεις. Πρώτη, η σκανδαλώδης κυβερνητική επιρροή σε μεγάλο αριθμό μίντια. Δεύτερη, η γενικότερη αδιαφορία του κοινού για την πολιτική, ως συνέπεια της γενικευμένης μελαγχολίας για την εθνική παρακμή. Και τρίτη η συνεχιζόμενη -αν και σαφώς πιο ήπια- οργή πολλών για τις ευθύνες παλαιών κυβερνήσεων. Χονδρικά, η αξιωματική αντιπολίτευση διαχειρίζεται αυτή την πραγματικότητα κινούμενη σε δυο κατευθύνσεις. Επιμένει στην σφοδρή καταγγελία της ανειλικρίνειας, της ανικανότητας και της αντιδημοκρατικότητας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ενώ ταυτόχρονα καταθέτει αποσπάσματα του κυβερνητικού προγράμματος της. Με άλλα λόγια, απευθύνεται και στα αρνητικά συναισθήματα, και στην ορθολογική σκέψη των πολιτών. Όσο όμως ορθόδοξη κι αν θεωρείται αυτή η προεκλογική τακτική, πολύ φοβάμαι ότι δεν αγγίζει δύο ιδιαίτερα κρίσιμες ομάδες ψηφοφόρων, τους μηδενιστές νέους και όσους απογοητευμένους απείχαν από τις προηγούμενες ψηφοφορίες. Οι εν λόγω είναι πλέον δύσπιστοι απέναντι σε όλο το πολιτικό σύστημα, αφενός επειδή το θεωρούν υπεύθυνο για την καταστροφή των ζωών τους, αφετέρου επειδή δε τους πείθει πως μπορεί να τους προσφέρει οποιαδήποτε μελλοντική προοπτική. Θα επαναλάβω ότι τούτοι οι διπλανοί μας δε θέλουν άλλες καταγγελίες και διαπιστώσεις, μα απαιτούν άμεσα εφαρμόσιμες και συνάμα τολμηρές λύσεις στα κοινά προβλήματα. 

 

Είναι λάθος η αντίληψη ότι οι Έλληνες αναζητούν πολιτικούς με τους οποίους να ταυτίζονται, όπως ανέκαθεν με τους φίλους στο καφενείο. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο σχεδόν κανείς από τους πιο σημαντικούς ηγέτες μας δε θα είχε κατακτήσει την εξουσία. Αντίθετα, οι απλοί Έλληνες ζητούν από τους πολιτικούς να μπορούν να ταυτίζονται μαζί τους, να μπορούν δηλαδή να συμμεριστούν τις σοβαρές υπαρκτές ανάγκες τους και να τους συνδράμουν όχι με κούφια λόγια, μα με πράξεις. Καλώς ή κακώς αναζητούν πολιτικό λόγο υπαινικτικό ψυχικής ταύτισης και συναισθηματικής νοημοσύνης, γνωρίσματα που δυστυχώς σπάνια χαρακτηρίζουν πολλούς στεγνούς τεχνοκράτες και επαγγελματίες των κομμάτων. Πιστεύουν, ενίοτε δικαιολογημένα, ότι τα πράγματα βελτιώνονται όταν τους εκπροσωπούν πρόσωπα που τους νοιώθουν, διότι τέτοια πρόσωπα συνηθίζουν να είναι και πιο παθιασμένα να κάνουν κάτι για τον τόπο. Μπορεί… αυταπατημένοι λαοπλάνοι συχνά να τους ξεγελούν, όμως οι πολλοί επιμένουν να ανιχνεύουν τέτοια ποιοτικά χαρακτηριστικά στους αιρετούς. Οι μεθοδικοί δυτικοί πολιτικοί έχουν εμπεδώσει αυτή την στάση, οπότε συστηματικά ενσωματώνουν συμβολισμούς ιστορικά βαρύνοντες• η υποδειγματική συμπεριφορά του Μακρόν κατά την πολιτική κηδεία του Αρνό Μπελτράν αποτελεί αντίστοιχο παράδειγμα. Πιθανώς λοιπόν η ΝΔ θα έπρεπε να πυκνώσει τις τάξεις της μ’ αυτούς που μπορούν να κατακτήσουν όχι μόνο τα μυαλά των ταλαιπωρημένων Ελλήνων, μα και τις καρδιές τους. Κρίνοντας από το ενδοκυβερνητικό χάος, μάλλον θα τους χρειαστεί λίαν συντόμως. 

 

Φωτογραφία: το καφενείο του Φορλίδα στο Πήλιο, ιδρυθέν το 1785