Αυτή τη χώρα οραματίζονταν πριν 200 χρόνια;

Η σύγχρονη ελληνική δημοκρατία επεμβαίνει στις σχολικές τσάντες, στα κατοικίδια και στα πνευματικά δικαιώματα 
Αυτή τη χώρα οραματίζονταν πριν 200 χρόνια;

Προφανώς πολλοί από σας δε θα ‘χετε ακούσει μία εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας, σύμφωνα με την οποία οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι κάποιες συγκεκριμένες Παρασκευές ν’ αφήνουν την τσάντα τους στο σχολείο. Μας τη θύμισε εμφατικά ο επτάχρονος μικρός μας, ο οποίος κοντεύει να σκάσει γιατί λόγω αυτού του ανεκδιήγητου υπουργικού… φιρμανίου στερήθηκε ενός άλμπουμ με άγρια ζωάκια. Ομολογουμένως σίγουρα παραπάνω έχουν σκάσει οι κύριοι κατοικίδιων ζώων. Φόροι για όσους έχουν αστείρωτα θηλαστικά (φόρος όρχεων αποκαλέστηκε εύστοχα απ’τον Αρίστο Δοξιάδη), ποινές σε κτηνιάτρους που θα επέμβουν σε αδέσποτα χωρίς τσιπάκι, γενικό προσοδοθηρικό σαφάρι εναντίον γενικά καλών ανθρώπων. Εξυπακούεται ότι σε προσοδοθηρικά αίτια αποδίδουν οι -εύλογα- καχύποπτοι καλλιτέχνες και την παγκοσμίως μοναδική ρύθμιση, για σύσταση δημόσιας υπηρεσίας, εποπτευόμενης από πενταμελή επιτροπή (λέτε να είναι κι αμειβόμενη;). Μετά την αμαρτωλή υπό εκκαθάριση ΑΕΠΙ, το Δημόσιο αρπάζει την ευκαιρία να καπελώσει την διαχείριση χρημάτων που ανήκουν στους δημιουργούς πολιτιστικού προϊόντος. Καθεστωτική Αριστερά σε όλο της το μεγαλείο. 

 

Τολμώ να πω ότι αν οι επαναστατημένοι του ’21 μπορούσαν να κάνουν ένα χωροχρονικό ταξίδι, σίγουρα θα έφριτταν με τα καμώματα της σύγχρονης ελληνικής πολιτείας (Και ειδικά της νυν κυβέρνησης). Κατ’ αρχήν, θα γελούσαν με παγιωμένους μύθους, όπως εκείνοι για το Κρυφό Σχολειό και για την Αγία Λαύρα. Προεστοί και χωρικοί θα δυσφορούσαν με το θράσος όσων ωρύονται κατά της διεθνούς επέμβασης στο Κόσοβο, όταν η ίδια η Επανάσταση είχε σωθεί στο Ναβαρινο κατά παρόμοιο τρόπο. Οι Φιλικοί (μαζί με μεταγενέστερους… εχθρούς της πατρίδας, σα τον Παπαναστασίου, τον Μεταξά και τον Αθηναγόρα) θα έπεφταν από τα σύννεφα ακούγοντας μητροπολίτες να ωρύονται κατά των…εθνομηδενιστών Μασόνων. Ο Ρήγας θα εξοργιζόταν από έναν ηχηρό, στείρο και ρατσιστικό εθνικισμό, που βολικά ονομάζεται φιλοπατρία. Οι Φαναριώτες και οι αστοί της διασποράς θ’ αδυνατούσαν να πιστέψουν το μέγεθος του ανορθολογισμού που επικρατεί σε πλατιά κοινωνικά στρώματα. Το μυαλό του Καποδίστρια δε θα μπορούσε να χωρέσει το ότι ο διοικητικός μηχανισμός του κράτους έμεινε τόσο ακίνητος, που σχεδόν διακόσια χρόνια μετά τελούμε άνευ κτηματολογίου. Οι Αρβανίτες θα φούντωναν μαθαίνοντας ότι πολλοί δε θέλουν αλβανόφωνους σχολικούς σημαιοφόρους. Οι καραβοκύρηδες, οι έμποροι κι οι βιοτέχνες απλά θα μούτζωναν ένα έθνος όπου ο πλούτος αντιμετωπίζεται ως προϊόν απάτης και το κέρδος ως αμαρτία. Ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Διάκος κι οι λοιποί οπλαρχηγοί θα τρόμαζαν με την στρατιωτική και πολιτική αδυναμία μας απέναντι στην αναθεωρητική Ερντογανική Τουρκία. Και όλοι τους σίγουρα δε θα ήθελαν να ταυτίζονται μ’ ένα κράτος που υποτιμά τόσο την ανθρώπινη ελευθερία και νοημοσύνη, ώστε να φτάνει στο σημείο να υπαγορεύει αυστηρά στους μαθητές πώς να περνούν τα σαββατοκύριακα τους, στους φιλόζωους πώς να συνυπάρχουν με την συντροφιά τους, και στους καλλιτέχνες πώς να μοιραστούν τα εισοδήματα τους. Δίκαια θα σκέφτονταν ότι ούτε οι αιμοβόροι Οθωμανοί πασάδες δε λειτουργούσαν τόσο φορτικά. 

 

Και σα να μην έφταναν τα παραπάνω, θ’ ανακάλυπταν πολλές ομοιότητες με την μισητή τότε Οθωμανική αυτοκρατορία. Θα ξανασυναντούσαν τον αδιάφορο και ανεξέλεγκτο κρατικό μηχανισμό. Θα διαπίστωναν ότι η ζωή και η περιουσία προστατεύονται μάλλον ελάχιστα. Θα αντιλαμβάνονταν ότι οι φόροι εξακολουθούν να μην είναι ανταποδοτικοί. Θα μάθαιναν σύντομα ότι οι νόμοι δεν ισχύουν ούτε πάντα, ούτε παντού, ούτε για όλους. Θα διαπίστωναν τελικά πως η Ελληνική Δημοκρατία είναι σχεδόν προσχηματικά αντιπροσωπευτική, πως αποτελεί έναν μοντέρνο δυτικότροπο φερετζέ που μετά βίας κρύβει μια γριά συντηρητική ανατολίτισσα. Αν οι πραγματικά ηρωικοί πρόγονοί μας έρχονταν στο 2018, θα έμεναν μεν αποσβολωμένοι από την τεχνική και υλική πρόοδο μας, ωστόσο θα απογοητεύονταν από την πολιτιστική και θεσμική στασιμότητα μας, από τον πεσιμισμό μας, από τον κυνισμό μας, από τον ευδαιμονισμό μας, από τον μιθριδατισμό μας. 

 

Στην θέση μας λοιπόν τί θα έκαναν; Σίγουρα κάποιοι θα έπαιρναν την άγουσα, ακριβώς σα τους ξενιτεμένους πτυχιούχους του καιρού μας. Αναλογιζόμενος όμως πόσα τράβηξαν για να πετύχει εκείνη η τόσο παράλογη και πρόχειρη προσπάθεια, είμαι αρκετά σίγουρος ότι οι περισσότεροι θα το πάλευαν και πάλι, και θα το ‘καναν όχι λόγω συμφέροντος, ούτε λόγω επιπολαιότητας. Θα το πάλευαν επειδή εκείνοι οι ανόμοιοι μεταξύ τους επαναστάτες, οι αταίριαστοι σε γλώσσες και έθιμα, οι άνισοι σε πλούτο και προνόμια, διέθεταν κάτι που εμείς σήμερα  αναζητούμε. Διέθεταν έναν πρωτόγονο μα ειλικρινή πατριωτισμό, ένα κριτήριο που τους οδηγούσε στο να βλέπουν την μεγάλη εικόνα, και να υπερβαίνουν εαυτούς, διαθέτοντας τα πλούτη τους και την ζωή τους. Και τί θα άλλαζαν; Θέλω να πιστεύω ότι σα νέοι πατριώτες θα έδιναν την μάχη με τον μεγάλο εσωτερικό εχθρό, δηλαδή με όσα και όσους μας επιμένουν να μας κρατούν πίσω και χαμηλά, με τους νοσηρούς παράγοντες που και τότε κόντεψαν να τινάξουν την Επανάσταση στον αέρα, με την μίζερη σκέψη, τον φθόνο, την αδιαφορία για τους δίπλα, την απληστία, την αναίσχυντη ιταμότητα. Ίσως σκεφθείτε ότι είναι ρομαντικά τούτα τα γραφόμενα μου. Ίσως. Θα προσπαθούσε όμως ο κόσμος μας να γίνει καλύτερος δίχως λίγο ρομαντισμό;

 

Γκραβούρα της εποχής: οι Κοραής και Ρήγας ανασηκώνουν την εξουθενωμένη Ελλάδα