Από τον Παπαδόπουλο στον Κωστόπουλο, και πίσω;

 Η κοινωνία ξανά σε αναζήτηση ηρώων και δαιμόνων
Από τον Παπαδόπουλο στον Κωστόπουλο, και πίσω;

Δεν ήταν άσχετη χρονικά η επανεμφάνιση του Πέτρου Κωστόπουλου• μάλλον λίγοι θυμάστε ότι τον Απρίλιο του ’87 κυκλοφόρησε το αξέχαστο εκείνο πρώτο τεύχος του Κλικ, με -προφητικό- εξώφυλλο έναν τότε ουρανοκατέβατο ψηφιακό ήρωα, τον Max Headroom. Εκπληκτική σφήνα εκείνο το περιοδικό, σε μια Ελλάδα όπου οι επιλογές ήταν μεταξύ των Φαντάζιο, Ρομάντσου, Γυναίκας, Επίκαιρων και Ταχυδρόμου (και φυσικά του Αντί, μα για ελάχιστους μυημένους). Το δίδυμο Κωστόπουλου-Τερζόπουλου (ε ναι, δε μπορούσε να υπάρξει το περιοδικό χωρίς εκδότη, μη ξεχνιόμαστε) πάντρεψε ανάλαφρο ρεπορτάζ με ορθή έρευνα, κουτσομπολιά διασήμων με δυνατές συνεντεύξεις, Μπονιουέλ με Κοσμάτος, αναγνωρίζοντας κάτι ήδη στοιχειώδες για τους κουτόφραγκους: το ότι ο σύγχρονος αναγνώστης δε μπορεί να εγκλωβιστεί σε ένα κουτάκι, το ότι είναι τόσο ανοικτός σε ποικίλα ερεθίσματα, ώστε να είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί με στενές μονοθεματικές προσεγγίσεις. 

 

Κι όταν πια το Κλικ είχε την Ελλάδα στα πόδια του, είχε έρθει η ώρα και να την εξουσιάσει, με τα φωτογραφικά ρεπορτάζ του για υπέροχους τόπους, με τις προβολές ξεχωριστών ατόμων, με τις λίστες του. Όσοι το ξεφυλλίζατε σίγουρα θυμάστε εκείνες τις διαβόητες λίστες και τα γκάλοπ, περί των απολύτως προβλεπόμενων για μια ψαγμένη τύπισσα, για έναν περπατημένο τριαντάρη, για μια καυτή ερωμένη, για έναν ισορροπημένο κοσμοπολίτη, για μια δυναμική καριερίστα, για έναν ευαίσθητο άνδρα. Αμφιβάλλω αν υπήρχε τότε νέος άνθρωπος που να διάβαζε όλα εκείνα τα κατεβατά και να μην ένιωθε «κάπως”, να μην αναρωτιόταν αν ήταν προβληματικός επειδή με το ζόρι πετύχαινε είκοσι από τις σαράντα…προϋποθέσεις αρτιότητας. Το Κλικ έθετε πρότυπα, τελεία και παύλα. 

 

Είκοσι χρόνια νωρίτερα, έναν άλλο Απρίλιο, κάποιοι συνταγματάρχες «έκαμαν επανάσταση”, με την δικαιολογία ότι ήθελαν να διασώσουν τη χώρα από επικείμενη κομμουνιστική κατάληψη, την οποία παραδόξως είχαν αντιληφθεί μόνο οι ίδιοι. Κι αφού…έσωσαν την πατρίδα, είπαν να σώσουν και την…παρτίδα (εννοείται τη δική τους), και μας κατσικώθηκαν για επτά χρόνια και τρείς μήνες. Στο μεσοδιάστημα οι Απριλιανοί πέρασαν μαγικά, με δόξες και τιμές, με ταξιδάκια και πολυτέλεια, με μπίζνες για τα σόγια τους, και με εγκαίνια. Είχε μπόλικα ξεκινημένα έργα ο Καραμανλής, άρα υπήρχαν και μπόλικες κορδέλες να κοπούν (σα τα καμώματα του Τσίπρα και του Σπιρτζη δηλαδή). Παράλληλα, ενώ οι αναπτυξιακές προβλέψεις του προγράμματος Ζολώτα εξακολούθησαν να τηρούνται, οι δημοσιονομικές πήγαν περίπατο, με αποτέλεσμα να εκτοξευθεί το χρέος. Βέβαια αν κυκλοφορείτε στην ελληνική ύπαιθρο, θα έχετε διαπιστώσει ότι τα χουντικά χουβαρνταλίκια παραμένουν αλησμόνητα, όπως αλησμονητα είναι κι εκείνα κάποιων μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. 

 

Οι Απριλιανοί δήλωναν επαναστάτες, λαϊκά παιδιά, και για να το αποδείξουν ξημεροβραδιάζονταν σε εκκλησίες, γήπεδα, πανηγύρια και μπουζουξίδικα. Αυτοί τάχα αγαπούσαν τους κοινούς θνητούς, δεν ήταν καβαλημένοι ξενόδουλοι ελιτιστές, σα τους Τσαρούχηδες, τους Χατζιδάκιδες, τους Ελύτες, τους Θεοδωράκηδες και τους πολιτικούς και οικονομικούς πάτρωνες τους. Οι Απριλιανοί δεν ένιωθαν περαστικοί, ήθελαν να γράψουν ιστορία, ήθελαν να κατασκευάσουν έναν νέο Έλληνα, έναν Φράνκενσταϊν από κακομονταρισμένα παράταιρα εξαρτήματα, ένα αφύσικο όν, του οποίου αποκλειστικοί ζωοδότες θα ήταν οι ίδιοι. Ο ιδανικός πολίτης της Επταετίας θα αιωρούταν μεταξύ Προσωκρατικών φιλοσόφων και διαστημικής τεχνολογίας, μεταξύ φασιστικού υλισμού και ορθόδοξου πνευματισμού, μεταξύ Διγενή Ακρίτα και Δομάζου, και θα γεννιόταν είτε με το καλό, είτε με το άγριο. Η Χούντα λοιπόν επίσης έθετε πρότυπα. 

 

Άρα τί, Κωστόπουλος και Παπαδόπουλος ένα και το αυτό; Έλεος, ουσιαστικά εντελώς άσχετοι, πέραν μιας ακόμη επιφανειακής ομοιότητας: αν και εξέφρασαν αμφότεροι κάποτε υπαρκτές κοινωνικές τάσεις, δεν ήταν οι δημιουργοί αυτών των τάσεων. Θα ήταν γελοίο αν ισχυριζόμασταν πως η…Επανάσταση δεν είχε φίλους. Το καθεστώς έχαιρε ανοιχτής υποστήριξης από εκείνους που θεωρούσαν εαυτούς στηρίγματα της πατρίδας, όμως θεωρούσαν ότι είχαν περιθωριοποιηθεί από την αστική αριστοκρατία και την Γενιά του ’30. Θύματα της Κόκκινης Τρομοκρατίας, πολεμιστές του Εμφυλίου, απολιτικοί αγράμματοι αγρότες και πασχίζοντες εθνικόφρονες επαγγελματίες προστίθονταν σε μια ευμεγέθη μερίδα στελεχών των σωμάτων ασφαλείας, συγκροτώντας ένα σύνολο που ενέκρινε και τις απάνθρωπες εξουσιαστικές πρακτικές της Χούντας, και την ελαστική ηθική των πρωτεργατών της, και την σουρεαλιστική κιτσάτη αισθητική της. Για όλο αυτό το κοινό ο Πατακός ήταν και «μάγκας”, και «διαβασμένος”, και «ωραίος” (όπως δυστυχώς θεοποιήθηκαν  και δημοκρατικά εκλεγμένοι πολιτικοί που τον ακολούθησαν). Παρακαταθήκη της περιπέτειας τούτης -εκτός φυσικά της κυπριακής καταστροφής και του αντιδυτικισμού που αυτή μας φόρτωσε- ήταν το ξεπάστρεμα μίας εκπληκτικά δημιουργικής περιόδου στον πολιτισμό και στην τέχνη, ενός φαινομένου απολύτως ικανού να είχε μεταμορφώσει τη χώρα σε κάθε επίπεδο. 

 

Αντίστοιχα λοιπόν ο Πετράν έγινε η φωνή ενός νέου ρεύματος της κοινωνίας, μιάς φουρνιάς ενός κόσμου υπό ριζική αναμόρφωση, που ήθελε ν’ αφήσει πίσω της τον πολιτικό διχασμό του χτες, των νέων παιδιών που απολάμβαναν μία Ελλάδα δημοκρατική, Ευρωπαϊκή, ανήσυχη, με πρωτοφανείς ευκαιρίες. Όλη αυτή η νεολαία άρχισε ν’ ανακαλύπτει στο Κλικ τις απαντήσεις που γύρευε για την σεξουαλικότητα της, για την σταδιοδρομία της, για την ζωή της, και γι αυτές τις απαντήσεις το λάτρεψε. Η σχέση όμως ήταν αμφίδρομη, όπως κάθε σχέση. Η ευμάρεια των δανεικών κεφαλαίων και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων έφερε μαζί της ποιότητα, ανοιχτομυαλιά, εκσυγχρονισμό αλλά και ευδαιμονισμό, ξιπασιά, μηδενισμό, ενώ η οικογένεια του λάιφστάιλ (όπως καθιερώθηκε να ονομάζονται σχετικές εκπομπές και έντυπα) απλώς ανέλαβε εργολαβικά να προμοτάρει «τις επιθυμίες που έγιναν ανάγκες”, σύμφωνα με αλλοτινό διαφημιστικό σλόγκαν των πιστωτικών καρτών της Εμπορικής. Μπορεί η Ελλάδα της αστακομακαρονάδας και των διακοποδάνειων να ξετσούμισε στα τέλη του ’80, όμως αυτό θα συνέβαινε άσχετα με το πώς θα πορεύονταν οι πατέρες ενός συγκεκριμένοι περιοδικού.

 

 

Αφορμή γι αυτή εξιστόρηση ήταν η στάση ορισμένων συμπολιτών και μίντια απέναντι στους Πέτρο Κωστόπουλο και Γεώργιο Παπαδόπουλο, με τον πρώτο να ρίχνεται στην πυρά για μία άστοχη χοντράδα, και με τον δεύτερο να αντιμετωπίζεται με σεβασμό και επιείκεια. Διάφοροι γύρω μας, συνήθως οπαδοί των θεωριών περί συνομωσίας εξανδραποδισμού των Ελλήνων, διατυπώνουν τελευταία θεωρίες ότι όλα τα προβλήματα μας θα λυθούν με την άτεγκτη αυστηρότητα του ’67. Λυπάμαι αλλά δε θα πάρω. Παρά τις όποιες υπερβολές της, προσωπικά ψηφίζω με τα τέσσερα την ελεύθερη αβεβαιότητα του ’87.