Από τον Burk, στον Paxton, στον Moore, στον Trump… συλλογική ευθύνη | 1o μέρος

...ή αλλιώς Make America Fascist Again ή αλλιώς Trump, Tramp, Τραμπ, Τρομπ... η Gertrude Stein είναι ζωντανή ακόμη
Από τον Burk, στον Paxton, στον Moore, στον Trump… συλλογική ευθύνη | 1o μέρος

[ 1ο μέρος ]

Ένα χρόνο σχεδόν μετά και ενώ ακόμη δεν έχω αποδεχτεί πλήρως τι συνέβη, ξεκάθαρα ωστόσο αναγνωρίζω τι συνέβη, το γνωρίζω άλλωστε πολύ καλά, από πάντα σχεδόν, από παιδί, ότι η εξουσία δεν είναι με τον δίκαιο απαραίτητα ούτε κατ’ ανάγκη με τον δυνατό, αλλά ούτε και το αντίθετο, ότι απλά χέρια αλλάζει… και ότι η κάθε συνθήκη θα περιγραφεί με χρώματα καλύτερα—αλήθεια, μήπως η επικοινωνία και η πολιτική έχουν να κάνουν με χρώματα τελικά μόνο; Για έναν εγκεφαλικό άνθρωπο που επιχειρεί να είναι ορθολογιστής μια τέτοια διαπίστωση δεν αποτελεί την πιο παρήγορη σκέψη. 

Trump, Tramp, Τραμπ, Τρομπ—λέξεις με νόημα ή και χωρίς, με προσωδιακή συνάφεια, στοιχισμένες σε σειρά, με τέμπο, με νόημα δήθεν, δίχως νόημα, με υπονοούμενα συγκυριακά, τυχαία, με κανένα υπονοούμενο, λεξικός και λεκτικός αχταρμάς, δοσμένος όμως αυστηρά, στακάτα—αυτό το εμβατηριακό «τίποτα» πόσα πράγματα στ’ αλήθεια μπορεί να σηματοδοτεί και να σημαίνει; «Let’s make America great again!» Ας κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά… Ξανά; Δηλαδή δεν είναι μεγάλη πια; Υπήρξε κάποτε μεγαλύτερη, μεγαλοπρεπής ή τότε ήταν μήπως μεγαλειώδης; Πότε; Ξεκάθαρα—ποτέ. Μα τότε πώς ένα τέτοιο σύνθημα κενό νοήματος—ή μάλλον κενό σκέτο—μία τόσο λάθος διάζευξη, δυστοπική, γραμμένη σε ένα κακόγουστο καπέλο μπορεί να γίνει trend, μία μπαναλιτέ που εξάγεται, που κινητοποιεί, που ταξιδεύει; Στον αντίποδα του λιτού συνθήματος «η ελπίδα έρχεται…» του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο αποτελεί τη μοναδική υπόσχεση που τήρησε ως κυβέρνηση το κόμμα—όντως, στα καθ’ ημάς η ελπίδα για κάποιους όχι μόνο ήρθε αλλά επέλασε, αν και ήταν μόνη, ασυνόδευτη, εξ ου και όπως ήρθε έφυγε και τώρα πλέον αργεί μάλλον να επιστρέψει—στον αντίποδα λοιπόν, το σύνθημα της καμπάνιας του Trump αποτελεί μία αρκετά πιο σύνθετη ανοησία.

Πρώτα και κύρια, διεγείρει ένα στοιχειώδες, πυρηνικό αντανακλαστικό του συντηρητικού κατεξοχήν ακροατηρίου, που έχει να κάνει με τη γενικότερη παραδοχή ότι πάγια βρίσκει κανείς υψηλότερες ποιότητες σε προηγούμενες συνθήκες, στην παράδοση και γενικά σε μεγαλεία που κάποτε υπήρξαν ή που δήθεν υπήρξαν και που πάντως η σημερινή κατάσταση απώλεσε για κάποιο λόγο, αδιευκρίνιστο ίσως, ωστόσο που αποδίδεται σαφώς σε άλλους, που μεταθέτει την ευθύνη παραπέμποντας σε τρίτους δηλαδή, οι οποίοι αποτελούν και τους εκάστοτε «κακούς»—οι βάρβαροι, οι ξένοι, οι διαφορετικοί, οι «όχι-εμείς» ή αν «εμείς» τότε ο μη-αποδεκτός εαυτός μας εν τοιάυτη περιπτώσει. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον κοινό τόπο μεταξύ τριών διαφορετικών πολιτικών περιοχών—του συντηρητισμού, του ριζοσπαστισμού και του φασισμού—και όλων των κοινών μεταξύ τους αιτημάτων. 

Οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις ακολουθούν μοτίβο επαναλαμβανόμενο, διαγράφοντας βηματικά κύκλους. Η εκάστοτε ανά εποχή συνθήκη εξαρτάται από τη φάση στον κύκλο, από το συγκεκριμένο σημείο δηλαδή εκ των εξής τριών στασίμων: αρχικά η «πρόκληση» (the challenge), στη συνέχεια η «ρήξη» (the clash) και τελικά η «αναγέννηση» (the rebirth), η ανοικοδόμηση δηλαδή ενός συστήματος καινούριου. Το πρώτο στάδιο αφορά στη συνειδητοποίηση, στην ανάπτυξη μιας αντίληψης—όχι άμεσα κυρίαρχης—πως σημαντικά μέρη του κοινωνικού συνόλου υπο-εκπροσωπούνται ενώ παράλληλα στερούνται εξουσίας και πρόσβασης σε αυτήν. Κατά το δεύτερο στάδιο εξελίσσεται μία πολιορκία, δημιουργική ή καταστροφική κατά περίπτωση (constructive v. destructive)—οι περιθωριοποιημένοι πορθητές (the challengers) πολιορκούν τα κέντρα εξουσίας, επιχειρώντας μία κατάληψη εις βάρος των μέχρι πρότινος κραταιών κρατούντων (the defenders). Το νέο σύστημα που θα προκύψει αποτελεί άλλοτε τη φυσική εξέλιξη, την ομαλή συνέχεια δηλαδή του προηγούμενου, ενώ άλλοτε πάλι σφυρηλατείται ως κάτι τελείως νέο που αναδύεται από τις στάχτες εκείνου που παρήλθε. Ο κύκλος διαρκώς επαναλαμβάνεται και κάθε πολιτικό ρεύμα αναπτύσσεται είτε ως πρόκληση εκ μέρους των περιθωριοποιημένων πορθητών, είτε ως υπεράσπιση για λογαριασμό των πολιορκημένων της εκάστοτε καθεστηκυίας τάξης.

Ο Edmund Burke, αποκηρύσσοντας κάθε είδους επιχείρηση «βίαιης»—εντός και εκτός εισαγωγικών—αλλαγής και εισάγοντας στη θεωρία του την αντιφατική έννοια του δικαιώματος των πολιτών να έχουν πραγματικά δεσμά και δεσμεύσεις, οικοδόμησε τα θεμέλια της συντηρητικής σκέψης. Ως κριτική στη Γαλλική Επανάσταση του 1789, αλλά και ως κριτική σε κάθε τέτοια μορφή βίαιης και εξαναγκαστικής μεταβολής για μία οποιαδήποτε εγκαθιδρυμένη και ισχύουσα συνθήκη, ο Burke διατύπωσε τη θέση ότι ο εκάστοτε πολιτικός και ιστορικός βηματισμός οφείλει όχι μόνο να σέβεται το υφιστάμενο οικοδόμημα αλλά—ακόμη παραπάνω—να πηγάζει και να παράγεται εκ των έσω. Η αποκήρυξη της συγκρουσιακής πολεμικής και της βίας που υπαινίσσεται ο Burke, αν και φαινομενικά αποτελεί μία λογική θέση, κάθε άλλο παρά κοινότοπη είναι. Οι συντηρητικοί άλλωστε, ξεκινώντας με εφαλτήριο τη φιλοσοφία του Burke, καταλήγουν συχνά σε κάτι αρκετά διαφορετικό και με έναν τρόπο πιο «προωθημένο»—να αποθεώνουν κάτι ως δήθεν παραδοσιακά συστημικό, εμμένοντας αγκυλωμένοι εντός του εκάστοτε στερεότυπου. Πολλές φορές μάλιστα η αρτηριοσκλήρυνση αυτή είναι τέτοιας μορφής όπου ακόμη και το ίδιο το στερεότυπο απουσιάζει—είναι τότε αρτηριοσκλήρυνση σκέτη. “Let’s make America great again!” Αν το εξετάσει κανείς λίγο καλύτερα είναι εντυπωσιακό—το στερεότυπο του ποια ακριβώς θα ήταν εκείνη η μεγαλοπρεπής Αμερική όντως απουσιάζει. 

Ένα άλλο συνηθισμένο λάθος των συντηρητικών είναι η εγγενής αδυναμία τους να αναγνωρίσουν νεωτερικά πράγματα ως αβίαστα γεννήματα, ως αποκυήματα του ίδιου του συστήματος και της φυσιολογικής—με την έννοια της μη-εξαναγκασμένης και μη-βίαιης—εξέλιξής του. Σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του Burke, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος οφείλει να βρίσκεται σε μία διαρκή, σχεδόν Ηρακλείτεια κίνηση, οι συντηρητικοί ενδέχεται να μην αναγνωρίσουν ότι, διαμέσου διεργασιών δημιουργικής ανέλιξης εντός του συστήματος, η συνθήκη ενίοτε μεταβάλλεται και αλλάζει. Προκύπτει λοιπόν σε μία τέτοια περίπτωση το παράδοξο, οξύμωρο και μ’ έναν τρόπο κωμικό ίσως σχήμα, να υποστηρίζουν μετά βδελυγμίας το «ξεπερασμένο» ως δήθεν «συστημικό», αδυνατώντας να αντιληφθούν ή να κατανοήσουν ότι το νεωτερικό είναι που ορισμένες φορές αποτελεί την υφιστάμενη, συστημική συνθήκη. Εξ ου λοιπόν η μανιακή πολλές φορές προσκόλληση σε μορφές παράδοσης ή ακόμη καλύτερα σε προηγούμενες, αλλοτινές ή ακόμη και παρωχημένες συνθήκες. Ο συντηρητικός πολλές φορές αδυνατεί να συλλάβει, να κατανοήσει ή να υιοθετήσει την εξέλιξη και έτσι παραμένει εντός μίας δικής του, ιδιότυπης επικαιρότητας, εντός «της δικής του—όπως είθισται πλέον να λέγεται—αλήθειας». Αρνούμενος ουσιαστικά να κάνει αποδεκτές, να υιοθετήσει τις εξελίξεις, κινδυνεύει από κάτι χειρότερο της απομόνωσης—κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί ο ίδιος. 

Από την άλλη τώρα, ο φασισμός, ως νόρμα και πολιτική συμπεριφορά, ουδέποτε απέκτησε απολύτως σαφείς και ξεκάθαρα διατυπωμένες θέσεις. Εξ ου ο Robert Paxton κατά τη μελέτες του αποφεύγει αναφορές σε συγκεκριμένα ιδεολογικά χαρακτηριστικά και προτιμά να αναφέρεται σε «κινητήρια πάθη». Σύμφωνα λοιπόν με τον Paxton μεταξύ άλλων τέτοια είναι: 

— Η ύπαρξη ή η αίσθηση ή ακόμη και η ψευδαίσθηση μιας έντονης κρίσης, η οποία επιτάσσει μη παραδοσιακά μέσα για την επίλυσή της—

— Η σύσταση και ο συνασπισμός του ατόμου σε ειδική, «ανώτερη» ομάδα, ανδρών κατ’ αποκλειστικότητα, η οποία καλείται πλέον να διαχειριστεί την κρίση—η υποταγή του σε αυτήν και η εκχώρηση-παράδοση όλων των δικαιωμάτων του υπέρ αυτής—

— Η πεποίθηση πως το άτομο υπήρξε περιθωριοποιημένο θύμα κατά το παρελθόν αλλά κυρίως πως και η ομάδα αποτελεί πλέον θύμα, πως είναι διωκόμενη και πως οφείλει να παλέψει, άνευ οιοδήποτε νομικών ή ηθικών περιορισμών, για την επιβίωσή της—

— Η αποστροφή και η αποκήρυξη του ατομικισμού, του φιλελευθερισμού και ευρύτερα του πνεύματος του Διαφωτισμού όπως και κάθε ξένων ή εξωγενών επιρροών—

— Η ανάγκη «κάθαρσης» και σύστασης πιο «καθαρών» και ομοιογενών συνόλων εντός της κοινωνίας, με επίφαση συναίνεσης αρχικά και, όπου δεν δίδεται αυτή, με εξαναγκασμό ειδάλλως με αποκλεισμό—σε μια ιδανική για τους φασίστες περίπτωση κοινωνία και ομάδα ταυτίζονται πλήρως—

— Η ύπαρξη ιεραρχικής δομής εντός της ομάδας με κατάληξη σε έναν «φυσικό» ηγέτη, ισχυρό, ο οποίος συγκεντρώνει, ενσαρκώνει και μετουσιώνει ιδεολογικά, ηθικά, φιλοσοφικά αλλά και μεταφυσικά τα αιτήματα της ομάδας συνολικά—

— Ο θαυμασμός στη βία ως συνέπειας ισχυρής θέλησης και αποφασιστικότητας, με κριτήριο την επίδοση στο πλαίσιο μιας «δαρβινικής» πάλης για επιβολή και επιβίωση—

Εξαθλιωμένοι στρατιώτες—πολίτες που επιστρατεύτηκαν ουσιαστικά και όχι στρατιωτικοί, λαϊκοί—ρακένδυτοι και πεινασμένοι, επιστρέφουν απ’ το μέτωπο των Άλπεων πίσω στη Νότιο Ιταλία μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η χώρα είναι από την πλευρά των νικητών, της Antente, αν και μοιάζει περισσότερο με ηττημένη.  Φόρος αίματος βαρύς, 600.000 νεκροί, 950.000 τραυματίες, 250.000 με μόνιμη αναπηρία. Υπερπληθωρισμός, φτώχεια, ανεργία—οι πολεμικές δαπάνες φθάνουν σε ύψος τον κρατικό προϋπολογισμό συνολικά για τα προηγούμενα πενήντα έτη. Στη συνθήκη των Βερσαλιών η Ιταλία παίρνει ελάχιστα εδάφη, τίποτα σχεδόν, ταπεινώνεται—η κοινωνία είναι καζάνι που βράζει. Ένας πολιτικός, τέως σοσιαλιστής, αφού πολέμησε και αποστρατεύτηκε το ’17 ως τραυματίας, οργανώνει πλέον ομάδες (fasci), τάγματα  ανδρών (fascisti), εκείνων κυρίως των ανήμπορων στρατιωτών που με χαμένη αξιοπρέπεια πάσχιζαν να γυρίσουν σπίτια τους χωλαίνοντας προς νότο. Πρόκειται για μία ιδιότυπη πολιτοφυλακή, τους «μελανο-χιτώνες» και μετέπειτα «φασίστες». Η πορεία του Μουσολίνι, η γένεση του φασιστικού κινήματος και η άνοδος στην εξουσία του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος δεν είναι πράγματα αυτοφυή και ούτε ως απλή απόρροια των συνθηκών θα πρέπει να εκλαμβάνονται, όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν—το αντίθετο—αποτελούν προϊόν διεθνών συσχετισμών, πολιτικής μόχλευσης ακόμη και πολιτικού τζόγου, εντός του δυναμικού συστήματος που αναπτύχθηκε κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Γάλλοι σοσιαλιστές αποτέλεσαν τον αρχικό χρηματοδότη του εγχειρήματος καθώς ο Μουσολίνι υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας πως η Ιταλία θα έπρεπε να πάρει μέρος στον πόλεμο στο πλευρό της Γαλλίας. Ούτε βέβαια τυχαίο είναι πως τόσο οι Αμερικάνοι, όσο και οι Βρετανοί, όσο κυρίως βέβαια η Ιταλική άρχουσα τάξη—το στέμμα δηλαδή και μαζί οι βιομήχανοι, οι γαιοκτήμονες και γενικά οι οικονομικά ισχυροί—απέτυχαν να προβλέψουν την επικινδυνότητα να στηρίξουν τους φασίστες.  Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο Μουσολίνι αποκήρυξε την πάλη των τάξεων εντός της κοινωνίας—το κυρίαρχο δηλαδή Μαρξιστικό και σοσιαλιστικό αίτημα—ως αποδυναμωτικό στοιχείο, επιβαρυντικό της συνοχής του έθνους. Ο εθνικισμός βέβαια του Μουσολίνι εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν «Ιταλικού» τύπου μιλιταρισμό, με κυρίαρχα τα στοιχεία εικόνας και φόρμας, επικοινωνίας και προπαγάνδας δηλαδή—και όχι ουσίας, λειτουργικότητας ή επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας. Αρχικά οι μελανοχιτώνες χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον για την καταστολή των απεργιών και βρέθηκαν υπό μόνιμη, βίαια σύγκρουση με τις αριστερές, σοσιαλιστικές ή αναρχικές φράξιες. Ωστόσο ο ακτιβισμός του εργατικού κινήματος και η σαγήνη που ασκούσαν οι αριστερές συλλογικότητες στη λαϊκή μάζα—χαρακτηριστικά στοιχεία κατεξοχήν οικεία και γνώριμα στον τέως σοσιαλιστή Μουσολίνι—αποτέλεσαν εξίσου ζητούμενο για την οργάνωση των μελανοχιτώνων και την ευρύτερη επικράτηση του φασιστικού κινήματος. Το ακροατήριο άλλωστε ήταν το ίδιο, εξ ου η βίαια σύγκρουση μεταξύ των δύο αντίπαλων ρευμάτων. Επί της ουσίας, σοσιαλισμός και φασισμός επένδυσαν αμφότεροι στην απογοήτευση, στην οργή και στη διαμαρτυρία, ενώ βρέθηκαν αντιμέτωποι και πάλεψαν για την κυριαρχία στο πόπολο. Αν ο φασισμός κατάφερε να νικήσει, το οφείλει εν μέρει επειδή υπήρξε επικοινωνιακά ανώτερος και εν μέρει επειδή κατάφερε να κοροϊδέψει τη μέχρι τότε καθεστηκυία τάξη, ότι τάχα ως εχθρός του εχθρού της θα αποτελούσε δήθεν σύμμαχό της—ή για τους πιο ανόητους αιθεροβάμονες πειθήνιο όργανό τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως η συνθήκη παραμένει ίδια—η Ιταλική ελίτ του καιρού εκείνου βρέθηκε υπό στενή «πολιορκία» και αμφισβήτηση, ως ένα βαθμό λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης, αλλά κυρίως λόγω της περιθωριοποίησης της μάζας ή οποία είχε απολέσει κάθε επαφή με τα κέντρα εξουσίας. Αποτελεί άλλωστε πάγια συνθήκη, ότι η υπόσχεση υφαρπαγής της εξουσίας είναι γοητευτικότερη και ισχυρότερη ως κινητήριος δύναμη ακόμη και συγκριτικά με μία άλλη υπόσχεση—ανώτερη ή με έναν τρόπο πιο λογική—αυτή για ευημερία.

[ Τέλος 1ου μέρους, το δεύτερο μέρος εδώ ]

 

Image Credit: «Donald Trump & Mike Pence, painted portrait DXO_0104_1» by Thierry Ehrmann, https://goo.gl/i6x177, CC BY 2.0