Αντιμπατσισμός

Η συνεχής υπονόμευση του έργου της αστυνομίας οδηγεί νομοτελειακά σε νοτιοαμερικανικά φαινόμενα
Αντιμπατσισμός

Τον όρο «αντιμπατσισμός» ομολογώ πως δε τον γνώριζα, τον συνάντησα τυχαία σε ένα σχόλιο του Νίκου Σεβαστάκη, και ήρθε σαν ουρανοκατέβατος καταλύτης καταγραφής αυτού του κειμένου. Ο όρος είναι ένας αφορισμός, που περιγράφει μια στάση αρνητική σε οτιδήποτε αφορά την λειτουργία της αστυνομίας. Ο εν Ελλάδι αντιμπατσισμός συναντάται παντού, έχοντας καταντήσει μέρος της ρουτίνας μας, αλλωστε η ίδια η λέξη  «μπάτσος» αποτελεί το θεμέλιο αυτής της αντίληψης. Μπάτσος σύμφωνα με τον γνωστό αφορισμό είναι ο… βάρβαρος που αυτοδικεί με τα χέρια του, κάποιος που καταχράται τον νόμο, διαφέροντας από τους κοινούς τραμπούκους μόνο στην φορεσιά. Αν κρίνουμε από τα λεγόμενα της πλειοψηφίας των Ελλήνων, φαίνεται πως η αστυνομία δε μπορεί να κάνει τίποτε σωστό, όπως κι αν ενεργεί. Αν κρίνουμε βέβαια από τις έρευνες κοινωνικών τάσεων, η ίδια αστυνομία είναι ένας από τους πιο έμπιστους θεσμούς. 

 

Το αστείο είναι πως παρά τα όσα αρνητικά της προσάπτουν, η έρμη η ΕΛΑΣ κάνει αρκετά καλά τη δουλειά της. Συνεκτιμώντας την εφιαλτική διάρκεια της Κρίσης και την εκρηκτική παράνομη μετανάστευση, η εγκληματικότητα παραμένει σε πολύ αποδεκτά επίπεδα (σε σύγκριση με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες), κι αυτό το αντιλαμβάνεται εύκολα οποίος έχει την τύχη να βρεθεί στο εξωτερικό. Όμως αύξηση υπάρχει και μάλιστα μεγάλη, και τα δύο πρόσφατα συμβάντα -με τον 88χρονο σε αυτοάμυνα και με τον 52χρονο θύμα ληστείας στην Κηφισιά- έρχονται να μας θυμίσουν ότι το πράγμα γίνεται όλο και χειρότερο. Με τα χρόνια ομολογουμένως έχουμε συνηθίσει σε πολλά. Οι σπασμένες βιτρίνες, τα πάσης φύσεως αστικά άβατα, οι πορτοφολάδες, οι επαγγελματίες επαίτες, η προστασία, οι πιάτσες της ηρωίνης, η οδηγική παραβατικότητα, οι βανδαλισμοί του δημοσίου χώρου από καιρό συνιστούν ένα σύνολο ταυτισμένο με την σύγχρονη ελληνική ιδιοπροσωπία, ένα φασόν γκρεκ laissez faire-laissez passer. Αυτή η κοινωνική συμφωνία φαινόταν να λειτουργεί• οι πολίτες έχαιραν σπάνιας «ελευθερίας», εφόσον δε το παραξήλωναν. Στην περίπτωση που η κατάσταση ξέφευγε, τότε το σύστημα τραβούσε τα χαλινάρια. Κι επειδή η Αστυνομία είναι -ορθώς- μια υπηρεσία που δεν κρίνει όσα εφαρμόζει, η απόφαση εφαρμογής των νόμων πέρασε στην σοφή πολιτική ηγεσία του τόπου, οπότε οι Έλληνες έμαθαν την φράση «αναμένουμε εντολές». Από το 1981 η «εκδημοκρατισμένη» ΕΛΑΣ αναμένει εντολές για να κόψει κλήσεις, για να συλλάβει μπάχαλους, για να εκκενώσει γήπεδα, για να απομακρύνει επαγγελματίες επαίτες, για να αστυνομεύσει προληπτικά τις γειτονιές και τα κέντρα των πόλεων. 

 

Ελληνική πατέντα όλα αυτά; Όχι, παρόμοια στάση είχαν υιοθετήσει και οι αρχές της Νέας Υόρκης στο διάστημα του πολέμου του Βιετνάμ και αμέσως μετά. Την καυτή εκείνη εποχή οι Αμερικανοί πολιτικοί, φοβούμενοι κοινωνική έκρηξη, είχαν δέσει τα χέρια της αστυνομίας, επιλέγοντας ουσιαστικά μια αλα καρτ εφαρμογή του κοινού ποινικού δικαίου. Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε ατελέσφορη, η εγκληματικότητα στην μεγαλούπολη απογειώθηκε, κι οι κάτοικοι άρχισαν να βράζουν (ίσως θυμάστε τον Τσαρλς Μπρόνσον στο ιδιαίτερα επίκαιρο τότε Death Wish). Σ’ αυτή την αλλαγή διάθεσης απάντησε ο εισαγγελέας -και μετέπειτα δήμαρχος- Ρούντολφ Τζουλιάνι, με την τακτική μηδενικής ανοχής απέναντι σε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, ασχέτως βαρύτητας. Η προσέγγιση του Τζουλιάνι ήταν ξεκάθαρη• η αστυνομική παθητικότητα αποθρασύνει κάθε εν δυνάμει εγκληματία, ωθώντας τον σε κλιμάκωση βιαιότητας και απληστίας. Το φαινόμενο πρέπει να αντιμετωπίζεται στην ρίζα του, επειδή όταν θεριέψει καθίσταται μη διαχειρίσιμο. 

 

Όσοι έχετε επισκεφθεί το Μανχάταν και το Μπρούκλιν λογικά θα έχετε συμπεράνει πως ο Τζουλιάνι είχε δίκιο, και σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν οι διοικήσεις των σοβαρών κρατών εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια. Στην Ελλάδα αντίθετα, χάρη στην συστηματική χρήση του έμφυτου ελληνικού αντιμπατσισμου εκ μέρους της Αριστεράς, η κατάσταση δεν έμεινε καν στάσιμη, μα επιβαρύνθηκε. Φωτεινές εξαιρέσεις η σύλληψη της τρομοκρατίας, η αστυνόμευση των Ολυμπιακών και η προσπάθεια του Σαμαρά να απελευθερώσει το κέντρο της Αθήνας. Κατά κανόνα επικράτησαν τα «όχι». Όχι στον περιορισμό των πορειών, όχι στις συλλήψεις τρομοκρατών, όχι στους ελέγχους στο Μενίδι και στον Δενδροπόταμο, όχι στην παρεμπόδιση του γκράφιτι, όχι στην χρήση όπλων, όχι, όχι, όχι. Κι αυτά τα ατελείωτα «όχι» ήταν εκκωφαντικά ηχηρά, επιτυγχάνοντας να βραχυκυκλώσουν την κοινή γνώμη. «Απειλείται η δημοκρατία», «Κρίμα είναι τα παιδιά», «Η αστυνομία ενεργεί με ρατσιστικά κριτήρια», «Κι εμείς τα κάναμε νέοι», «Μακριά από μας οι πιστολάδες της Αμερικής»  είναι λίγα οικεία σλόγκαν της σχετικής καταιγιστικής προπαγάνδας, μεγεθυνμένης από μονίμως συμπαραστεκόμενους ανθρώπους του… Πολιτισμού, της Παιδείας και της Δικαιοσύνης. Η κατάληξη γνωστή• μια αστυνομία σε σύγχυση, με χαμηλό ηθικό, με ελλειπή εκπαίδευση, με μικρή αποτελεσματικότητα ως προς το μεγάλο μέγεθος της, ένα σώμα χιλιάδων κακοπληρωμένων κοιλαράδων ΔΥ με ισχνή αίσθηση λειτουργήματος, κι όλα αυτά χάρη στον κρατούντα αντιμπατσισμό.   

 

Τα τόσα χρόνια ανεξέλεγκτης εγκληματικότητας οδηγούν σε προφανείς καταλήξεις. Ή η αυτοδικία θα καταστεί κανόνας, ή η δικαιοσύνη και η τάξη θα αναληφθούν από «εργολάβους» φουσκωτούς, ή απλά η ΕΛΑΣ θα κάνει την δουλειά της, το καθήκον της ειδικά υπέρτων αδυνάτων. Δε θέλουμε πια την υπηρεσία του θλιβερού καρεκλοκένταυρου Τόσκα, που αποποιείται των ευθυνών του… ανακαλύπτοντας ότι ο κόσμος μας δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Θέλουμε ανεπηρέαστους αστυνομικούς τόσο υπερήφανους για την αποστολή τους  και τόσο σίγουρους για την εκπαίδευση τους, ώστε να μη διστάζουν να ρισκάρουν ακόμη και την ζωή τους, όπως ο Αρνώ Μπελτράμ. 

 

Φωτογραφία επίσημη του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, με το διάσημο πόστιτ πάνω στο λάπτοπ, όπου αναγράφεται ο δαιμόνιος κωδικός YPOYRGOS123456