Αλήθεια, φοβάται ο Γιάννης το θεριό;

Αλήθεια, φοβάται ο Γιάννης το θεριό;

Το θυμήθηκα σήμερα. Πριν λίγα χρόνια είχαμε βγάλει βόλτα τα-τότε-μωρά μας, και κατηφορίζοντας από την Τσιμισκή προς τη Μητροπόλεως πέσαμε πάνω σε μια καλοντυμένη σαρανταπεντάρα, η οποία αποφάσισε να παρκάρει ακριβώς πάνω στη διάβαση απ’ όπου θα περνούσαμε. Στις διαμαρτυρίες μας απάντησε με το παμπάλαιο «τα παράπονά σας στο δήμαρχο», και απομακρύνθηκε σεινάμενη κουνάμενη. Είμαι βέβαιος πως το γνωρίζετε εκείνο το συναίσθημα που σε πλημυρίζει σε τέτοιες περιπτώσεις, την ανάγκη ν’ αρχίσεις να κραυγάζεις, να πιάσεις τον άλλο απ’ τον γιακά, την αγανάκτηση για το φτύσιμο που τρως κατάμουτρα ενώ απλά ζήτησες να γίνει το σωστό. Κι ενώ νιώθεις να τεντώνονται τα νεύρα σου, να σηκώνονται οι τρίχες σου, να  αναψοκοκκινίζει το πρόσωπό σου, εσύ να μένεις ακίνητος, σέκος, μαρμαρωμένος. Δε σηκώνεις χέρι, δεν ανοίγεις καν το στόμα σου για να βρίσεις, μόνο παρακολουθείς την κυρία με το περίσσιο θράσος να φεύγει καμαρωτή, ικανοποιημένη μ ε την τάπα που μόλις έριξε.

Είμαστε λοιπόν κι εμείς που δεν θέλουμε να πάρουμε το νόμο στα χέρια μας. Δεν θέλουμε να πιαστούμε στα χέρια και στα λόγια, δεν θέλουμε να καλέσουμε την αστυνομία για να ρίξει πρόστιμο (αν έρθει), είμαστε αυτοί που απλά επιθυμούμε να απολαύσουμε την κυριακάτικη βόλτα χωρίς εκνευρισμούς. Είμαστε εμείς που θεωρούμε πως με τη συνεισφορά μας συντηρούνται οι δομές οι οποίες σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία αντιμετωπίζουν τους παραβάτες, οι δομές που θα εξασφάλιζαν κάποια τιμωρία για την κυρία της αφήγησης. Κι όμως, όσοι τσαλαπατούν τους νόμους σπάνια τιμωρούνται, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται πλέον χάντικαπ η νομοταγής συμπεριφορά. Και σα να μην έφτανε αυτό, κάποιοι μεγαλόσχημοι μας λένε πως εμείς φταίμε. Εμείς τάχα φταίμε που δεν αντιδρούμε, που δεν παίρνουμε τις ευθύνες των πόλεων στα χέρια μας, που δεν κολλάμε προσβλητικά αυτοκόλλητα σε αμάξια που ενοχλούν, που δεν τσακωνόμαστε με όσους μαγαζάτορες κλείνουν τα πεζοδρόμια με τραπεζάκια, που ψηφίζουμε ανάξιους, εμείς φταίμε που κάποιοι μολύνουν το περιβάλλον, εμείς φταίμε που πολλοί δεν κόβουν αποδείξεις, εμείς φταίμε για την αδιαφορία πολλών ΔΥ, εμείς και κανένας άλλος.

Αν δεν ήταν τραγικό θα ήταν αστείο το ότι προσπαθεί να φορτώσει στον απλό κόσμο τη μνημειώδη ανικανότητα της η καθεστηκυία πολιτική τάξη, αυτή που είθισται να αποκαλούμε  κράτος. Το κράτος μας εδώ και χρόνια αποφεύγει να εφαρμόσει νόμους συχνά στοιχειώδεις. Φοβάται τους μπαχαλάκηδες των Εξαρχείων, κι αφήνει περιουσίες αθώων να καταστρέφονται. Φοβάται τους  κραταιούς λαθρεμπόρους καυσίμων, και για ξεκάρφωμα διώκει αγρότες που βάζουν πετρέλαιο θέρμανσης στα τρακτέρ τους. Φοβάται τους εργολάβους των δημοσίων έργων, κι έτσι αποδέχεται κακοτεχνίες που στοιχίζουν ζωές. Φοβάται τους συνδικαλιστές και τους έχει παραδώσει τα κλειδιά του Δημοσίου, εις βάρος των πολιτών. Φοβάται τους ορεσίβιους Κρητικούς, τους αθλητικούς παράγοντες, τους μουσουλμάνους της Θράκης, τις ΜΚΟ, τους καλλιτέχνες, τους Ρομά, τα πολιτικά άκρα, τους νοσοκομειακούς γιατρούς, τους σκουπιδιάρηδες, φοβάται οποιουσδήποτε μπορούν να οργανωθούν και να διαταράξουν την ιερή μακαριότητα του Έθνους. 

Το κράτος μας φοβάται ακόμη και τους ίδιους τους θεωρούμενους υπερασπιστές  μας, τους δικαστές, τα σώματα ασφαλείας και τους εφοριακούς. Δεν εμπιστεύεται τις αντιδράσεις τους, προσπαθεί να έχει στο τσεπάκι τις διοικήσεις τους, φροντίζει να τους έχει πράους, κάνει τα στραβά μάτια σε φαινόμενα έλλειψης πειθαρχίας, διαφθοράς, κακής εκπαίδευσης, ελαστικής τήρησης του ωραρίου. Τους θέλει αποκλειστικά για ένα ρόλο, για να παίζουν τους μπαμπούλες στους υπόλοιπους, ώστε να παραμένουν επαρκώς ελεγχόμενοι. Σε ποιο άλλο προηγμένο κράτος άραγε οι θεσπισμένοι κανόνες εφαρμόζονται συχνά μόνο μετά από ειδικές εντολές;

Αντίθετα, το κράτος μας δεν φοβάται όσους είναι τακτικοί μαθητές, όσους δεν μπλέκουν σε καταλήψεις και ταραχές, όσους παίρνουν στα σοβαρά σπουδές και δουλειά, όσους αδιαμαρτύρητα κάνουν τη θητεία τους, όσους σέβονται τους γύρω τους, όσους θέλουν να αμείβονται αξιοκρατικά, όσους δεν γλείφουν και δεν ρουφιανεύουν, όσους πληρώνουν τους φόρους τους, όσους έχουν διδαχθεί πώς θα πρέπει να συμπεριφέρονται «σωστά». Κι αυτά τα… κορόιδα όχι απλά δεν τα φοβάται το κράτος μας, όχι απλά τα απομυζεί μέχρι εξαντλήσεως, μα και τα παραδίδει στο έλεος  όλων των οργανωμένων νταήδων, όλων εκείνων  που τυγχάνουν προνομιακής αντιμετώπισης λόγω φόβου. 

Φοβάται πολύ η κυβερνώσα τάξη, πράγμα παράξενο για μια κανονική κοινοβουλευτική δημοκρατία σαράντα ετών. Κι είναι παράξενο επειδή η προβλεπόμενη προσφυγή στην ετυμηγορία των πολιτών θεωρείται πως ανανεώνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση των εκάστοτε κυβερνώντων. Έλα μου όμως που αυτή δεν είναι, ποτέ δεν ήταν μια κανονική δημοκρατία. Ζούσαμε σε όλη τη Μεταπολίτευση μέσα σε ένα μόρφωμα που παρέμενε λειτουργικό χάρη στη αλόγιστη κρατική σπατάλη, όλοι ήμασταν μονιασμένοι και ευχαριστημένοι όσο έρεε άφθονο το χρήμα, ευρωπαϊκό και δανεικό. Και τώρα, τώρα που κανένα παραμύθι του Τζανακόπουλου δεν μπορεί να κρύψει ότι αυτό στέρεψε, αποδεικνύεται πως η σημερινή Ελλάδα είναι ένα οικοδόμημα σαθρό, που με το ζόρι ισορροπεί πάνω στις κουρασμένες πλάτες των γνωστών κορόιδων, των πολιτών που δεν το υπονόμευσαν ποτέ.

Η Ελλάδα κατέληξε να σπάσει τελικά τούτους τους ανθρώπους, να τους αφαιρέσει την αξιοπρέπεια, την προοπτική, την ασφάλειά τους, έχοντας ως μοναδική της έγνοια τα συμφέροντα των κάθε λογής οργανωμένων ομάδων. Κιότεψε μπροστά σε κούφιες απειλές, και κατάφερε ν’ αδυνατίσει τα πραγματικά στηρίγματά της, τους νομοταγείς φιλήσυχους φορολογούμενους, τη σιωπηρή πλειοψηφία όσων η ριζοσπαστική Αριστερά απαξιωτικά αποκαλεί «νοικοκυραίους». Τώρα όμως, αυτόν το δύσκολο χειμώνα, κι αυτοί της γυρνούν την πλάτη, μάλλον χάρη και στον Τσίπρα. Κρύβουν ξανά τα διαθέσιμα χρήματά τους, φοροδιαφεύγουν χωρίς ίχνος ντροπής, απέχουν από την πολιτική αντιπαράθεση, και –το κυριότερο–φυγαδεύουν το πιο πολύτιμο κεφάλαιo τους, τα ίδια τα παιδιά τους. Οι Γιάννηδες δεν φοβούνται πια το Θεριό, το ’χουν γραμμένο. Μάλλον είναι η σειρά του Θεριού να τους φοβηθεί…

Δημοσιεύθηκε στην Athens Voice στις 26/2/2017…