Ακόμη μια Νομική

Τα αληθινά προβλήματα της Παιδείας είναι ψιλά πράγματα για την κυβέρνηση
Ακόμη μια Νομική

Ως πνευματική άσκηση, ας σχεδιάσουμε έναν οικονομικό οργανισμό εγγυημένο να κοστίζει πάρα πολύ. Πώς θα το επιτύχουμε; Κατ’ αρχήν, θα προσφέρουμε ένα προϊόν που θεωρείται αναγκαίο, μη παρέχοντας στον Πελάτη μας τη δυνατότητα να το βρει αλλού. Στη συνέχεια, θα φροντίσουμε να πληρώνεται ο οργανισμός μας για εισροές, όχι για εκροές – δηλαδή για το πόσο παράγει, κι όχι πόσο καλά το παράγει. Θα διασφαλίσουμε ότι τα πραγματικά αποτελέσματα είναι δύσκολο ή αδύνατο να υπολογιστούν. Και για κλείσιμο θα προσθέσουμε κι ένα δαιδαλώδες κανονιστικό πλαίσιο, ώστε να καλύψουμε τις διοικητικές δαπάνες. Στη συνέχεια, θα εξασφαλίσουμε την οικονομική μας ουτοπία με πληρωμές όχι από τον Πελάτη των υπηρεσιών, αλλά από κάποιο Τρίτο Μέρος. Αυτό θα διασφαλίσει ότι ο πελάτης, αγνοώντας το πραγματικό κόστος, θα συμπεριφερθεί παράλογα, παραμερίζοντας την στοιχειώδη καταναλωτική λογική που χρησιμοποιεί σε ένα μπακάλικο. Φαντάζομαι ότι αντιληφθήκατε πως η περιγραφόμενη οντότητα είναι το ελληνικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο Πελάτης-σπουδαστής δε νοιώθει καμιά ευθύνη για το πώς διατίθενται τα κονδύλια που καταβάλει το απρόσωπο Τρίτο Μέρος-κράτος. Μόνο το φροντιστήριο τον τσούζει.

Κάνοντας μια αναδρομή στην ελληνική εκπαίδευση ανακαλύπτομε ότι επί δεκαετίες παρήγαγε κάτοχους απολυτηρίου δημοτικού, οι οποίοι κατά κανόνα κατευθύνονταν σε χειρωνακτικές εργασίες, αγρότες, βιομηχανικοί εργάτες, μαστόρια, ίσως και οδηγοί. Το εξατάξιο γυμνάσιο προοριζόταν για λίγους τυχερούς, και το πανεπιστήμιο για ακόμη λιγότερους  Στη δεκαετία του ’60, προέκυψε μια διαφορετική φιλοσοφία: ότι οι σπουδαστές πρέπει να ακολουθούν ξεχωριστά εκπαιδευτικά προγράμματα ανάλογα με τις κατευθύνσεις τους, θεωρητικά για όσους επεδίωκαν ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση και πρακτικά για όσους θα έβγαιναν σύντομα στην αγορά εργασίας. Το σύστημα αυτό, από το οποίο προέκυψαν οι τεχνικές σχολές και τα επαγγελματικά λύκεια περπάτησε μέχρι τις αρχές του ΄80, κι εκεί σκάλωσε. Τότε, πολλοί γονείς θεώρησαν ότι οι μαθητές διανέμονταν όχι λόγω ικανοτήτων αλλά λόγω κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας αυτής, αυτό που κάποτε ήταν ένα απόλυτα αξιοσέβαστο εκπαιδευτικό μονοπάτι, ήρθε να θεωρηθεί ως μονόδρομος για τα παιδιά των των μειονοτήτων και της εργατικής τάξης.

Από κει και πέρα, η στόχευση του προγράμματος των λυκείων μετατοπίστηκε στην προετοιμασία σχεδόν όλων των μαθητών για τα ΑΕΙ/ΤΕΙ, τα δε έσοδα των φροντιστηρίων απογειώθηκαν. Ποιά όμως είναι η ζημιά; Δεν θα ωφεληθούν όλοι από ένα ακαδημαϊκό πρόγραμμα σπουδών υψηλού επιπέδου τριών-τεσσάρων ετών; Όπως έχει αποδειχθεί, αυτό δεν ισχύει. Οι άνθρωποι έχουν ένα τεράστιο και ποικίλο φάσμα διαφορετικών δεξιοτήτων και μορφών μάθησης. Δεν είναι  όλοι καλοί στα μαθηματικά, στη βιολογία, στην ιστορία, στην έκθεση και σε άλλα παραδοσιακά μαθήματα που σχετίζονται με τις δέσμες. Πολλά παιδιά  είναι γεννημένα μηχανικοί. Ορισμένοι επικεντρώνονται καλύτερα σε μια αίθουσα διαλέξεων ή στην τάξη, ενώ άλλοι μαθαίνουν καλύτερα φτιάχνοντας, και θα ευδοκιμήσουν στο εργοτάξιο,  στο εργαστήριο, στο μηχανουργείο  ή στην κουζίνα. Το δυστύχημα είναι πως εφόσον τελειώσει κανείς το γενικό λύκειο, χάνει και την προδιάθεση να δουλέψει με τα χέρια του. Στην πιθανότερη περίπτωση  γίνεται χαμηλά αμειβόμενος υπάλληλος σε αλυσίδα, σερβιτόρος ή πακετάς.

Και φυσικά δεν πηγαίνουν όλοι εκεί που περνάνε μέσω των πανελλαδικών. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι περίπου το 68% των εισακτέων αποφοιτούν από την τριτοβάθμια. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από 30% διαθέτουν ούτε ακαδημαϊκές ούτε επαγγελματικές δεξιότητες, γεγονός που μεταφράζεται σε σπατάλη χρόνου και χρημάτων. Από εκείνους που τελειώνουν, υπολογίζεται πως το ένα τρίτο καταλήγουν σε θέσεις εργασίας που θα μπορούσαν να είχαν χωρίς υψηλό τίτλο. Δε φταίει πάντως μόνο ο κρατικός σχεδιασμός για τη σημερινή εικόνα. Οι γονείς που έχουν παρακολουθήσει τις μεταποιητικές εταιρείες να μετακινούνται στο εξωτερικό αναπόφευκτα δεν θα ήθελαν να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να μάθουν τις δεξιότητες που σχετίζονται με την παραγωγή (αλήθεια, τι απέγιναν οι καλοπληρωμένες πλακοραφούδες και γαζώτριες;). Παράλληλα, πλείστες βιομηχανίες αξιοποιούσαν τα προγράμματα μαθητείας ως μέσο πίεσης των εργαζομένων τους, και ως στεγνό εργαλείο μείωσης του κόστους τους.

Τα ΕΠΑΛ και τα ΙΕΚ είναι τα κλειδιά για την πλήρωση των αναγκαίων θέσεων εργασίας στη βιομηχανία (μόλις  44% των συμμετεχόντων σ επρόσφατη έρευνα εργοδοτών δήλωσε ότι οι εργαζόμενοι ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες τους), ενώ παράλληλε τα ΤΕΙ θα έπρεπε να έχουν περάσει τις τελευταίες δεκαετίες κτίζοντας στενότερους δεσμούς με τοπικές κοινωνίες και εταιρείες, οι οποίες θα αποκόμιζαν και τα μέγιστα οφέλη από τους αποφοίτους τους (είναι δυνατόν να μην είναι η χώρα γεμάτη από αγροτικά και τουριστικά λύκεια και αντίστοιχα προγράμματα τεχνολογικής εκπαίδευσης;). Επιπρόσθετα, τα μαθήματα που εστιάζουν στη δουλειά – και οι μαθησιακές συνθήκες που τα συνοδεύουν – μπορούν να παρέχουν στους σπουδαστές βασικές «μαλακές δεξιότητες», όπως η επικοινωνία και η επίλυση συγκρούσεων, που προωθούν την ομαδική εργασία και μειώνουν το άγχος. Και τέλος τα γενικά λύκεια θα πρέπει να συνδυάσουν παραδοσιακά μαθήματα με τεχνικά.

Παρατηρώντας την διάσημη Φινλανδία, ανακαλύπτουμε ότι εκεί ήδη οι δάσκαλοι του Δημοτικού διαφοροποιούν τη διδασκαλία τους ώστε να ανταποκρίνονται στις ξεχωριστές ανάγκες κάθε μαθητή. Οι εκπαιδευτικοί δεν δρουν μόνοι, αλλά υποστηρίζονται από άλλους ειδικούς (π.χ. κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και σχολική διεύθυνση) για να αποφασίσουν ποια υποστήριξη μπορεί να χρειάζεται ένας μαθητής. Αυτό συζητείται επίσης και συμφωνείται με τους γονείς του μαθητή. Πάνω σε αυτή την προσέγγιση εδράζεται ένα κατατοπιστικότατο πρόγραμμα επαγγελματικού προσανατολισμού, ενώ στα πλαίσια της σκανδιναβικής λογικής, στα γενικά λύκεια προσφέρεται ικανιοποιητι9κή τεχνική εκμάθηση (Θυμάστε που γελούσαμε με το μάθημα επανατοποθέτησης της αλυσίδας ποδήλατου; Άραγε οι δικοί μας μαθητές ξέρουν τι να κάνουν;)

Αυτά τα απλά πράγματα μπορούν να εφαρμοστούν και εδώ, μα και πολλά άλλα, όπως η διεύρυνση του θεσμού των ΕΠΑΛ στο 50% των μαθητών, η εισαγωγή νέων δραστηριοτήτων στον πειραματισμό και τις καινοτομίες, η τοποθέτηση καθηγητών και δασκάλων σε όλα τα σχολεία για τη στήριξη της ψηφιοποίησης και νέων παιδαγωγικών προσεγγίσεων, και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης. Η καλύτερη συμβουλευτική των σπουδαστών και των οικογενειών τους, η περισσότερη προσοχή στη μείωση του χρόνου που απαιτείται για να αποκτηθεί ένα πτυχίο και η περαιτέρω ανάπτυξη των μεταπτυχιακών σπουδών, στη λογική της Δια Βίου Μάθησης είναι σήμερα αυτονόητα. Ιδιαίτερα όμως απαιτείται και μια αίσθηση συμμετοχής των φοιτητών στο κόστος των σπουδών τους, στόχος που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την κάλυψη της δωρεάν εκπαίδευσης μέσω παροχής φοιτητών δανείων, των οποίων η επιδότηση υα εξαρτώντας από την ταχύτητα ολοκλήρωσης των σπουδών και από τους βαθμούς.

Η απάντηση Γαβρόγλου στα παραπάνω είναι καταλυτική: ίδρυση νέας Νομικής στην Πάτρα, συγχώνευση του ΤΕΙΘ με το Διεθνές Πανεπιστήμιο, και εικονικά εβδομαδιαία τριαντάωρα αντί επέκτασης του σχολικού έτους. Η οικονομική μας ουτοπία καλά κρατεί.

 

Φωτογραφία: Ecomed